Άλλα φρούτα βρίσκονται σχεδόν ολοχρονίς στην αγορά, άλλα επί μήνες, όμως ορισμένα για λίγες εβδομάδες  μόνο. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι τα βερίκοκα ακόμα και σήμερα που με την εκμηδένιση των αποστάσεων ο πάγκος του μανάβη γεμίζει καρπούς από μακρινά μέρη, η εποχή του βερίκοκου είναι εξαιρετικά σύντομη, κάτι εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Αλλά ας δούμε τι εστί βερίκοκο. Και ξεκινάω μ’ ένα πρόχειρο κουίζ. Ποιά   είναι η απώτερη καταγωγή της λέξης “βερίκοκο”; Ελληνική, λατινική, αραβική, ινδική ή άλλη; Αν υποθέσατε καταγωγή από την Ανατολή, λυπάμαι, αλλά πέσατε έξω. Το φρούτο πράγματι από την Ανατολή μας ήρθε, η λέξη που το περιγράφει όμως όχι, τουλάχιστον όχι η λέξη “βερίκοκο”. Το βερίκοκο είναι λέξη που έχει περάσει από σαράντα κύματα.

Η σημερινή του επιστημονική ονομασία, στα λατινικά, είναι Prunus armeniaca, παναπεί  “αρμένικο δαμάσκηνο”, αλλά δεν είναι ούτε δαμάσκηνο ούτε αρμένικο. Οι εγκυκλοπαίδειες λένε πως πατρίδα του ήταν η Κίνα, αλλά είναι γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι το γνώρισαν (από τις εκστρατείες του Μεγαλέξαντρου ή από τον Λούκουλλο) σαν είδος εισαγόμενο από την Αρμενία, γι’ αυτό και τα βερίκοκα τα είπαν armeniaca, αρμενιακά. Κι επειδή το βερίκοκο ωριμάζει νωρίτερα από άλλα παρόμοια φρούτα σαν το ροδάκινο, το είπαν praecoquium, πρώιμο. Η λέξη πέρασε και στα ελληνικά και οι δυο ονομασίες συνυπήρξαν για καιρό, αρμενιακά και πραικόκια (που το γράψαν και με δύο κάπα, πραικόκκια, παρετυμολογία με το κόκκος, που βαστάει ακόμα στη γραφή  βερίκοκκο,  όσο για την ακόμα συχνότερη ανορθόγραφη παραλλαγή με ύψιλον, βερύκοκκο ή βερύκοκο, δεν έχει καμιά βάση).

Διαβάζοντας κανείς τους διάφορους γιατρούς συγγραφείς της ελληνιστικής εποχής και της ύστερης αρχαιότητας, βλέπει να χρησιμοποιούνται για τα βερίκοκα οι εξής ονομασίες: πραικόκκια, πρεκόκια, βρεκόκια, βερεκόκια, βερικόκκια, βερίκοκκα: η αλυσίδα της εξέλιξης της λέξης διαγράφεται αρκετά καλά. Κι έτσι, από τα πραικόκκια που οι Έλληνες της ελληνιστικής εποχής τα αντιλαμβάνονταν σαν λέξη λατινική, φτάσαμε στα βερίκοκκα. Πάντως, η κατάσταση είναι αρκετά μπερδεμένη, διότι τυχαίνει ακόμα και ο ίδιος συγγραφέας άλλοτε να θεωρεί τα πραικόκκια συνώνυμα των αρμενιακών, και άλλοτε διαφορετικό καρπό.

Έχουμε φτάσει στο βερεκόκκιο ή βερικόκιο της ύστερης αρχαιότητας. Τη λέξη τη δανείζονται οι Άραβες, ως μπαρκούκ ή μάλλον αλμπαρκούκ με το άρθρο, κι έχει σημασία εδώ το άρθρο, επειδή έτσι περνάει η λέξη στα ισπανικά με την κατάκτηση της Ισπανίας από τους Άραβες: albaricoque, και από εκεί στα καταλανικά abercoc, στα  γαλλικά  abricot, στα αγγλικά  apricot.

Το αστείο είναι ότι, αφότου διαδόθηκε η λέξη σε όλη την Ευρώπη, το barquq στις αραβικές χώρες άλλαξε σημασία και σήμερα σημαίνει “δαμάσκηνο”, ενώ το βερίκοκο λέγεται μισμίς. Στα ελληνικά έχουμε κι άλλες ονομασίες για τα βερίκοκα. Τα λέμε “καϊσιά”, που είναι τουρκικό δάνειο (kaysi). Η ρουμάνικη, η βουλγάρικη και η σέρβικη λέξη για τα βερίκοκα είναι επίσης δάνεια από το kayisi. Στον στρατό είχα  γνωρίσει έναν Καϊσίδη κι έναν Βερικοκίδη. Θαρρώ πρόκειται για το ίδιο επίθετο, μόνο που οι πρόσφυγες πρόγονοι του δεύτερου πέτυχαν πιο δραστήριο ληξίαρχο. Να προσθέσω βέβαια ότι σε μερικά μέρη καϊσιά αποκαλούνται όχι όλα τα βερίκοκα αλλά μια ιδιαίτερη ποικιλία τους.

Επίσης, τα βερίκοκα τα λένε -π.χ., στη Θράκη - ζερντέλια ή ζαρταλούδια ή ζέρδελα (ή άλλες παραλλαγές). Όλα αυτά είναι από τα τουρκικά - επίσης, zerdali, λέξη που προέρχεται από τα περσικά, όπου zardalu είναι το βερίκοκο - κατά λέξη, το “κίτρινο δαμάσκηνο” (zar = ο   κίτρινος). Από εκεί και ο γλωσσοδέτης “Ανέβηκα στην ζερδελιά, την μπερδελιά και την ζερδελομπερδελόκουκκα”. Στην Κύπρο τα λένε χρυσόμηλα.

Οι χώρες γύρω από τη Μεσόγειο παράγουν πολλά βερίκοκα - στη Βικιπαίδεια βρίσκω πρώτη σε παραγωγή την Τουρκία και την Ελλάδα πέμπτη στον κόσμο. Ο Καισάριος Δαπόντες στον Κανόνα περιεκτικό αναφέρει πως τα καλύτερα βερίκοκα είναι της Δαμασκού, πράγμα το οποίο συμφωνεί με την τουρκική παροιμία “bundan iyisi Sam’da kayisi”, που λέγεται για κάτι πολύ καλό: “Το μόνο καλύτερο απ’ αυτό είναι ένα καϊσί από τη Δαμασκό”. (Από τη Δαμασκό βεβαίως είναι τα δαμάσκηνα, γι’ αυτά όμως θα μιλήσουμε σε άλλο κεφάλαιο). Πάντως, επειδή όλα τα φρούτα μπερδεύονται, στα πορτογαλικά το βερίκοκο λέγεται damasco, όπως και σε μερικές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Η βερικοκιά είναι καρπός πολύ συγγενικός με την αμυγδαλιά, όσο κι αυτό δεν φαίνεται. Μάλιστα, σε ορισμένες ποικιλίες η ψίχα του κουκουτσιού είναι φαγώσιμη  και δεν διαφέρει πολύ από το μύγδαλο, όπως έχει αποτυπωθεί στη μανάβικη κραυγή “Σαράντα το βερίκοκο - και το κουκούτσι μύγδαλο”.

Στη φρασεολογία μας, η μοναδική εμφάνιση του βερίκοκου είναι στην παροιμιακή φράση που έβαλα στον τίτλο. Παλιότερα λεγόταν σαν απειλή σε κάποιον που κοκορεύεται ή μας περιφρονεί: “Θα σου δείξω εγώ τι εστί βερίκοκο ή θα σε μάθω τι εστί βερίκοκο!” και έτσι την καταγράφει  στο γύρισμα του 20ου αιώνα ο Ν. Πολίτης στη συλλογή του. Σήμερα η σημασία ίσως έχει μετατοπιστεί κάπως, μια και ο Μπαμπινιώτης πλάι στην απειλή δίνει και τη σημασία της “επισήμανσης της ιδιαίτερης δυσκολίας ενός εγχειρήματος”.

Το slang.gr αναφέρει ότι η φράση περιέχει συχνά σεξουαλικό υπονοούμενο, κάτι που δεν είναι αυθαίρετο, αφού πριν από πενήντα χρόνια κιόλας, στο 10 του Καραγάτση, υπάρχει το εξής απόσπασμα, σε μια σκηνή όπου εργατοκόριτσα έχουν πιάσει κουβέντα για το σεξ: “Οι πιο μικρές σώπαιναν τάχα ντροπιασμένες, με την έκφρασή τους όμως άφηναν να εννοηθεί ότι κάτι ήξεραν από βερίκοκο, κι ας προσποιούνταν την πάπια”.

Ποια είναι όμως η αρχή της φράσης “τι εστί βερίκοκο”, δεν σας το είπα... διότι δεν το ξέρω. Ο Ν. Πολίτης λέει ότι ίσως στην αρχή της φράσης να κρύβεται μύθος λησμονημένος. Η δική μου εικασία είναι ότι πιθανόν να πρωτοείπε “θα σου δείξω τι εστί βερίκοκο” ένας νοικοκύρης που έπιασε κάποιον να κλέβει τα βερίκοκα. Αλλά αυτό είναι μια απλή εικασία. Οπότε πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν έχουμε ακόμα μάθει τι εστί βερίκοκο, εκτός κι αν καταφύγουμε στον κυκλικό ορισμό που υπάρχει στο γλωσσάριο του πανέξυπνου βιβλίου  “Ο πάγος” του Ξένου Μάζαρη και του Στράτου Μπουλαλάκη: Βερίκοκο είναι αυτό που εστί! 

Νίκος Σαραντάκος

 

Το κείμενο είναι από το βιβλίο του Νίκου Σαραντάκου “Οπωροφόρες λέξεις”.