ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΝΤΑΟΥΝΙ ΚΓΕΡΣΚΟΡ-ΑΓΚΟΠΙΑΝ

της Μαρίας Τσάτσου

Ταξίδεψε σ’όλο τον κόσμο στέλνοντας ανταποκρίσεις στην πατρίδα της. Στην Αθήνα γνώρισε έναν Αρμένιο επιχειρηματία. Παντρεύτηκαν. Έτσι η Δανέζα δημοσιογράφος και συγγραφέας Ντάουνι Κγέρσκορ-Αγκοπιάν έμεινε στην Ελλάδα.
Τα βιβλία της μιλούν για το αρμένικο ζήτημα. Το πάθος των Αρμενίων ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τη μελαγχολική και ορθολογιστική Δανέζα.

Το όνομά της φέρνει στο μυαλό τον Κίρκεγκορ και μεγάλες πράσινες εκτάσεις με μικρούς λόφους.
Μένει στο Παλιό Ψυxικό σ’ένα διώροφο σπίτι μαζί με την οικογένεια του γιού της. Οι χώροι του σπιτιού της είναι μεγάλοι και άνετοι. Τα έπιπλα απλά και η διακόσμηση λιτή. Το τραπέζι εργασίας της με τη γραφομηχανή της βρίσκεται απέναντι απ’το τζάκι και πλάι σε μια μπαλκονόπορτα. Της αρέσει ένα φωτεινό και ζεστό σπίτι. Περνάει πολλές ώρες της ημέρας της εδώ. Γράφει, διαβάζει, ξαπλώνει για μια σύντομη σιέστα στον καναπέ, ανεβαίνει επάνω για ένα τσάι ή για φαγητό. Κάποτε πηγαίνει περίπατο παρέα με τα τέσσερα μαύρα σκυλιά της. Δεν βγαίνει πολύ. Της χρειάζεται άφθονος χρόνος για να σκεφτεί, να θυμηθεί, να οργανώσει το υλικό της, να ασχοληθεί με την αλληλογραφία της. Εδώ, μέσα από το γραφείο-σαλόνι της, κάνει όλες τις επαφές της με τη Δανία και την Αγγλία.

Η ΑΥΓΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ

Το Όρχους (Aarhus) είναι μιά μικρή πόλη όπου γεννήθηκε η Ντάουνι Κγερσκορ λίγο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Ντάουνι, δηλαδή Αυγή. Μέσα σε μια οικογένεια λουθηρανών, που είχε μια μικρή βιομηχανία ποδηλάτων. Από τους τρείς αδελφούς της οι δύο ακολούθησαν το επάγγελμα του πατέρα τους και ο τρίτος έγινε βιβλιοδέτης. Για την Ντάουνι, οι γονείς της φιλοδοξούσαν να γίνει μεταφράστρια στη βασιλική Αυλή, εκείνη όμως είχε πάθος με το διάβασμα και με τα ταξίδια. Ήδη από την εφηβεία της άρχισε να συνεργάζεται με δανέζικα περιοδικά και εφημερίδες και - όπως λέει η ίδια - είχε την τύχη να τραβήξει την προσοχή του αρχισυντάκτη του μεγαλύτερου περιοδικού της Δανίας, του “Γέμετ” (“Jemmet” δηλαδή Σπίτι). Ο Ρότζερ Νίλσεν πήρε υπό την προστασία του τη νεαρή Ντάουνι, η οποία άφησε το μικρό Όρχους για την Κοπενχάγη. Εκεί εργάστηκε επί ένα χρόνο στον εκδοτικό οίκο Γκούτενμπεργκχους.

ΤΑΞΙΔΙΑ Σ’ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Πριν ακόμη γίνει είκοσι ετών η Ντάουνι άρχισε τα ταξίδια. Τη χρηματοδοτούσε ο Ρότζερ Νίλσεν, αυστηρός αλλά δίκαιος, πατρική φιγούρα στη ζωή της νεαρής δημοσιογράφου. Τα διηγήματα και τα άρθρα της έπρεπε να είναι άψογα. Έτσι, επί τρία χρόνια, η Ντάουνι, επαναστάτρια, σεμνή, εσωστρεφής, αλλά με απέραντη δίψα για ό,τι συμβαίνει γύρω της, ταξιδεύει και καταγράφει: Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Γιουγκοσλαβία, είναι μερικές από τις χώρες που επισκέπτεται.Στη Γερμανία είχε μια συναρπαστική και ποιητική περιπέτεια: επί τρεις εβδομάδες ακολούθησε το βερολινέζικο τσίρκο “Σαρασάνι”. Η παράξενη ζωή του τσίρκου ταίριαζε στην τυχοδιωκτική αλλά και χιουμοριστική ιδιοσυγκρασία της: το πρωί ξυπνούσε με τους βρυχηθμούς των λιονταριών, έγραφε περιστοιχισμένη από πραγματικούς Ινδιάνους και Κινέζους κι έκανε φιλίες με τους σαλτιμπάγκους. Στην πόλη Ιένα, όπου σταμάτησε το τσίρκο, η Ντάουνι συναντήθηκε με τη στενή της φίλη, επίσης νεαρή Κάμα Σβένσον, σκιτσογράφο, η οποία απέδωσε με μια σειρά εκφραστικά και γεμάτα χιούμορ σκίτσα αυτά που η Ντάουνι περιέγραφε στις ανταποκρίσεις της προς το “Γέμετ” και την αγγλική “Evening Standard”. Μερικά από τα σκίτσα αυτά, μαζί με άλλα έργα της Κάμα Σβένσον, βρίσκονται στο σπίτι του Ψυχικού.

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΑΡΤΙ

Σε κάποιο ταξίδι της, η Ντάουνι έφθασε μέχρι την Πόλη κι από κει πήρε το πλοίο για την Ελλάδα. Σ’ένα αθηναϊκό πάρτι η Ντάουνι γνώρισε τον γοητευτικό, μελαμψό Αρμένιο που επρόκειτο να γίνει σύζυγός της, τον Νερσές Αγκοπιάν. Μέσα απ’αυτόν η Ντάουνι ήρθε σ’επαφή με τους Αρμένιους. Όπως λέει η ίδια: “Με γοήτευσαν αυτοί οι τόσο παράξενοι για μένα άνθρωποι. Εμεί οι Δανοί καταφεύγουμε συχνά στην αυτοανάλυση που μας κάνει μελαγχολικούς. Αντίθετα, οι Αρμένιοι δεν είχαν καιρό για αναλύσεις. Τα συναισθήματά τους τους έκαιγαν. Υπερασπιζόντουσαν τα δικαιώματά τους με πάθος μέσα σ’ένα κόσμο συχνα αδιάφορο. Ήταν και είναι γεμάτοι πατριωτισμό, συμπόνια, παράπονα και ενοχές, ενώ ταυτόχρονα δουλεύουν σκληρά για να δημιουργήσουν μια επιτυ- χημένη ζωή μέσα στη φιλική πατρίδα που τους υιοθέτησε. Όλα αυτά είχαν φοβερό ενδιαφέρον για μένα”.

Η μελαγχολική, ρομαντικά τυχοδιωκτική Δανέζα προσπάθησε για μια φορά ν’αποφύγει τη μοίρα της. Δεν στάθηκε στην Αθήνα. Έφυγε για τη Βηρυτό από όπου συνέχισε να στέλνει ανταποκρίσεις και άρθρα. Άρχισε όμως να βρίσκει σκληρή τη ζωή που έκανε, τους άνδρες ενοχλητικά πιεστικούς. Τα καθημερινά, τρυφερά γράμματα του Νερσές Αγκοπιάν και η γοητεία του, κάνουν το θαύμα τους. Η Ντάουνι Κγέρσκορ επιστρέφει στην Αθήνα και παντρεύεται τον Νερσές Αγκοπιάν. Ο γάμος γίνεται στον Άγιο Σώστη προς μεγάλη έκπληξη των Δανών συναδέλφων της, που πίστευαν ότι δεν θα κρατήσει πολύ. Συμβαίνει όμως το αντίθετο. Κοντά στον άνδρα της και τα δυο παιδιά της, η Ντάουνι ζει την ήρεμη και κάπως κλειστή ζωή που της επιτρέπει να ασχολείται και με το γράψιμο βιβλίων, ενώ παράλληλα διατηρεί την επαφή της με εφημερίδες της Δανίας. Όπως η “Politiken”, στις οποίες στέλνει άρθρα από την Ελλάδα.

Το 1958 εκδίδεται το πρώτο της βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο “Καθαρό χρυσάφι” στον εκδοτικό οίκο “Naver”. Το 1960 εκδίδεται μια δεύτερη συλλογή διηγημάτων της με τίτλο “μια μέρα στην Αθήνα”, στον ίδιο οίκο.

Μεσολαβεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν γράφει βιβλία. Γράφει όμως διηγήματα, στέλνει ανταποκρίσεις σε περιοδικά και εφημερίδες της Δανίας και συνεργάζεται με την αγγλική “Sunday Express”. Το τρίτο της βιβλίο εκδίδεται το 1983.

Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στη σφαγή των Αρμενίων από τους Τούρκους και έχει τίτλο “Τί κάναμε;” - ερώτηση που κάνει ένα μικρό παιδί στους γονείς του βλέποντας τη φρίκη και την οδύνη γύρω του. Το “Τί κάναμε;”(Klitrose, 1983) είναι η ιστορία μιας αρμένικης οικογένειας - γονείς, δύο δίδυμα αγοράκια, ένα κοριτσάκι - που ξεκινάνε από την τουρκική Αρμενία διωγμένοι από τους Τούρκους, για να καταλήξουν μετά από αμέτρητες ταλαιπωρίες στη Θεσσαλονίκη, όπου αρχίζει η προσφυγιά. Η συνέχεια της ιστορίας αποτελεί θέμα ενός δεύτερου βιβλίου “Πάλι;”(Klitrose, 1983). Η ιστορία αυτή, εμπνευσμένη από τη βιογραφία του Νερσές Αγκοπιάν (δημιουργού της επιχειρήσεως φωτογραφικών ειδών “Konica”, την οποία διευθύνει τώρα ο γιός του), κίνησε τόσο πολύ το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, ώστε οι εκδότες επέσπευσαν την έκδοση του “Πάλι;”.

Το τέταρτο βιβλίο της Ντάουνι Αγκοπιάν, είναι ένα σατιρικό μυθιστόρημα, στο οποίο η συγγραφέας δοκιμάζει έναν καινούργιο, πιο μοντέρνο τρόπο γραφής. Στο μεταξύ, η δημοτικότητά της στη Δανία είναι σταθερή: 4500 άνθρωποι κάθε χρόνο δανείζονται τα βιβλία της από τις δανειστικές βιβλιοθήκες, που υπάρχουν παντού. Το έργο και η προσωπικότητα της Ντάουνι Κγέρσκορ-Αγκοπιάν έγιναν ευρύτερα γνωστά στη Δανία το 1984, μέσα από την τηλεοπτική εκπομπή “This is your life”. Εκεί, η ανυποψίαστη συγγραφέας, ενώ δειπνούσε με φίλους σε κάποιο εστιατόριο, είδε ξαφνικά να ανοίγουν οι κουρτίνες και να προβάλλει η κάμερα. Ακολουθούσαν ο σύζυγός της, ο γιος της, η κόρη της, φίλοι και γνωστοί από το παρελθόν, μέχρι ο θηριοδαμαστής του τσίρκου “Σαρασάνι”. Η εκπομπή είχε τεράστια επιτυχία. Μεγάλωσε ακόμη περισσότερο τη δημοτικότητα της Ντάουνι Κγέρσκορ- Αγκοπιάν και έφερε στο προσκήνιο της δανέζικης επικαιρότητας το αρμενικό ζήτημα. Τα βιβλία της που α- φορούν τους Αρμένιους παρουσιάστη- καν παντού όπου υπήρχε αρμένικο στοιχείο, άρεσαν και αγαπήθηκαν. Στην Ελλάδα όμως, εκτός από την αρμένικη κοινότητα, το αναγνωστικό κοινό δεν έχει διαβάσει τα βιβλία της. Δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.

Την αφήνω στο ευρύχωρο καθιστικό της, κοντά στους κλασικούς που πάντα ξεφυλλίζει, τις στοίβες τα περιοδικά και τις εφημερίδες, την πάντα αγαπητή της οικογένεια, τα σκυλιά, τη γεμάτη καφετιέρα, το λόφο που ολοένα αλλάζει απέναντι, παραμένοντας ο ίδιος. Την αφήνω μέσα σ’ ένα ανεξάντλητο πλούτο αναμνήσεων και αφηγήσεων.

(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό ΕΝΑ, το 1991)

 
“Τι κάναμε;”

(Απόσπασμα)

Ένας Τούρκος στρατιώτης διέσχισε απ’άκρου σ’άκρο τους δρόμους της μικρής κωμόπολης φωνάζοντας:”Όλοι οι Αρμένιοι άνδρες πάνω από τα 15 να μαζευτούνε αμέσως στο Δημαρχείο”. Στα σπίτια, στα μαγαζιά, στα χωράφια και τα περιβόλια, οι άντρες αφήσανε χάμω τα εργαλεία τους κι αγκα- λιάσανε με κλάματα τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Ξέρανε πως δεν θα ξαναγυρίσουνε ποτέ.

Μερικές μέρες αργότερα ήρθε η σειρά των γυναικόπαιδων. Η Αννή, οι μικρότερες αδελφές της, η μάνα της και η γιαγιά της πήγανε απέναντι ν’αποχαιρετήσουνε τους γείτονες. Η Αννή φίλησε τη φίλη της τη Νεκτάρ, και της έδωσε ένα χρυσό μενταγιόν με τη φωτογραφία της.

“Να το φοράς πάντα για να θυμάσαι τη φιληνάδα σου που σ’αγαπούσε”, είπε μ’ένα λυγμό. Ο Στεπάν τις κοιτούσε, δάκρυα κυλάγανε στο πρόσωπό του. Η οικογένειά του είχε προνομιακή μεταχείριση, γιατί ο πατέρας του δούλευε στους σιδηροδρόμους. Πόσο όμως θα κρατούσε αυτό;

Η Αννή πήγε κοντά του και φίλησε το χέρι του. Τον κοίταξε με μάτια θολά. “Μην κλαις”, τραύλισε εκείνος. “Θα ξανασυναντηθούμε κάποια μέρα. Είμαι σίγουρος.”

Εκείνη κούνησε το κεφάλι και βγήκε απ’το δωμάτιο.

Μετάφραση από τα αγγλικά Μαρία Τσάτσου

  30 տարիներ առաջ Տանմարքի մէջ հրատարակած գիրքի յունարէն տարբերակը հրապարակի վրայ է՝
Իսավելլա Յակոբեան-Ցիցիի թարգմանութեամբ:

«Τι κακό κάναμε;» խորագրով գիրքը
«Արմենիքա»ի հրատարակութիւն է,
Սարգիս Աղապատեանի մշակումով եւ Մայք Չիլինկիրեանի ձեւաւորումով:
Գիրքը կարելի է ստանալ «Ազատ Օր»ի ցրուիչներէն եւ խմբագրատունէն:
Գին՝ 10 եւրօ: