του Οβαννές Τουμανιάν (1869-1923)
Αν και το βλέμμα μου από καιρό, στο άγνωστο μακριά ατενίζει,
και με τη σκέψη μου η καρδιά στο άπειρο πλανιέται,
πάντοτε όμως νοσταλγικά, σαν στρέφεται σε σένα,
για τους δικούς σου στεναγμούς, ατέλειωτα θρηνεί,
για τα ξεριζωμένα σου παιδιά, βουβά κι’ εξαντλημένα,
για τα χωριά, τις γειτονιές, άδειες, θλιμμένες, σκοτεινές,
πατρίδα λαβωμένη,
πατρίδα στερημένη.
Στη σκέψη μου ξανάρχονται οι αμέτρητες ορδές,
την όψη σου που σπαράζουνε, τα ανθόσπαρτα λιβάδια,
των σφαγιαστών οι αγέλες, με τ’ άγρια ουρλιαχτά,
με λάφυρα, καταστροφές και γλέντια ματωμένα,
που σ’ έκαναν παντοτινή, μαύρη κοιλάδα πένθους,
με άσματα μεμψίμοιρα και βλέμμα σκυθρωπό,
πατρίδα του θρήνου,
πατρίδα του ορφανού.
Μα στέκεσαι ολοζώντανη, παρ’ όλες τις πληγές σου,
τις νέες και παλιές,
στέκεσαι στοχαστική, στον δρόμο τον μυστηριακό του αύριο και χθες,
κι’ από τα βάθη της ψυχής με σπαραγμό, μιλάς με το Θεό.
Και, τι βαθύ μυστήριο, σκέφτεσαι, παρ’ όλους τους καημούς σου,
το μήνυμά σου το τρανό που στο κόσμο θα πεις,
και θα γενείς η χώρα που λαχταρά η ψυχή μας,
πατρίδα της ελπίδας,
πατρίδα φωτός.
Και θα ‘ρθει τότε της ζωής, η φωτοστόλιστη αυγή,
με χίλιες - μύριες ολόλαμπρες, ψυχές φεγγοβολούσες,
και στο ουράνιο σου ύψωμα, την ιερή του Αραράτ πλαγιά,
οι χαρωπές αχτίδες της θα σου χαμογελάσουν,
και ποιητές, που με κατάρες τα χείλη τους δεν έχουνε μολύνει,
τη νέα σου ζωή θα υμνήσουν, με νέους στίχους κι’ άσματα,
πατρίδα μου καινούργια,
πατρίδα μου ισχυρή.
Μετάφραση: Αρά Μαγκογιάν
«ՀԱՅՐԵՆԻՔԻՍ ՀԵՏ»
(Յովհաննէս Թումանեան)
Վաղուց թէեւ իմ հայեացքը Անյայտին է ու հեռւում
Ու իմ սիրտը իմ մըտքի հետ անհուններն է թափառում,
Բայց կարօտով ամէն անգամ երբ դառնում եմ դէպի քեզ՝
Մըղկըտում է սիրտս անվերջ քո թառանչից աղեկէզ,
Ու գաղթական զաւակներիդ լուռ շարքերից ուժասպառ,
Ե՛ւ գիւղերից, ե՛ւ շէներից՝ տըխո՜ւր, դատարկ ու խաւար,
Զարկուա՜ծ հայրենիք,
Զըրկուա՜ծ հայրենիք։
Խռնուում են մտքիս հանդէպ բանակները անհամար,
Տրորում են քո երեսը, քո դաշտերը ծաղկավառ,
Ու ջարդարար վոհմակները աղաղակով վայրենի,
Աւարներով, աւերներով, խնճոյքներով արիւնի,
Որ դարձրին քեզ մշտական սեւ ու սուգի մի հովիտ,
Խեղճ ու լալկան քո երգերով, հայեացքներով անժպիտ,
Ողբի՜ հայրենիք,
Որբի՜ հայրենիք։
Բայց հին ու նոր քո վէրքերով կանգնած ես դու կենդանի,
Կանգնած խոհո՜ւն, խորհրդաւոր ճամբին նորի ու հնի.
Հառաչանքով սրտի խորքից խօսք ես խօսում Աստծու հետ
Ու խորհում ես խորին խորհուրդ տանջանքներում չարաղէտ,
Խորհում ես դու էն մեծ խօսքը, որ տի ասես աշխարհքին
Ու պիտþ դառնաս էն երկիրը, ուր ձըգտում է մեր հոգին
Յոյսի՜ հայրենիք,
Լոյսի՜ հայրենիք։
Ու պիտի գայ յանուր կեանքի արշալոյսը վառ հագած,
Հազա՜ր-հազար լուսապայծառ հոգիներով ճառագած,
Ու երկնահաս քո բարձունքին, Արարատի սուրբ լանջին,
Կենսաժպիտ իր շողերը պիտի ժպտան առաջին,
Ու պոետներ, որ չեն պըղծել իրենց շուրթերն անէծքով,
Պիտի գովեն քո նոր կեանքը նոր երգերով, նոր խօսքով,
Իմ նո՜ր հայրենիք,
Հզօ՜ր հայրենիք...