Σημείωση της Σύνταξης
Λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που παρουσιάζει το παρακάτω θέμα για τους αναγνώστες μας, αναδημοσιεύουμε απόσπασμα από τις «Επίκαιρες ιστορικές σελίδες» για τον «Ελληνισμό του Καυκάσου» που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα «Διπλωματικό Περισκόπιο» από τον
γνωστό ιστορικό κ. Βλάσση Αγτζίδη. Το κείμενο ρίχνει φως στη κατάσταση των Ελλήνων που ζούσαν στη περιοχή, αλλά και στη συμμετοχή τους στον απελευθερωτικό αγώνα του Nαγκόρνο Καραμπάχ.
Ένα από τα μεγάλα προβλήματα, που εμφανί- στηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στη Σοβιετική Ένωση, ήταν το πρόβλημα του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Η περιοχή αυτή, κατοικούμενη από Αρμένιους είχε καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας, που υπαγόταν όμως στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν. Στο χώρο αυτό υπήρχε ένα αμιγώς ελληνικό χωριό, το Μεχμανά και ένα μικτό, κατοικούμενο από Έλληνες και Αρμένιους, το Ματεκίς. Ιστορικά ο χώρος αυτός υπήρξε πεδίο του αρμενοτουρκικού ανταγωνισμού.
Μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων αποδόθηκε, με καθεστώς αυτονομίας, στο Αζερμπαϊτζάν. Οι ένοπλες συγκρούσεις ξεκίνησαν το 1986. Οι Αρμένιοι διεκδικούσαν την ανεξαρτησία του Ναγκόρνο Καραμπάχ, ενώ οι Αζέροι επεδίωκαν την πλήρη προσάρτησή του.
Ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων αυτών έγινε η σφαγή των Αρμενίων στο Σουμγκάιτ του Αζερμπαϊτζάν. Πολλοί Έλληνες του Αζερμπαϊτζάν, φοβούμενοι επιθέσεις εναντίον τους, πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Αρκετοί κατέφυγαν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όπου τους περιέθαλψε ο τοπικός ελληνικός σύλλογος που είχε δημιουργηθεί το 1988. Από το 1989 άρχισε η ένοπλη σύγκρουση, που οδήγησε στα πρόθυρα γενικευμένου πολέμου μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν. Δύο περιπτώσεις ένταξης στο στρατό του Ναγκόρνο Καραμπάχ εντόπισαν Έλληνες δημοσιογράφοι στην Αρμενία, είναι ο Πάρις Αιμοφρύδης και η Λήδα Θεοφυλαχτίδου, οι οποίοι είναι οργανωμένοι στον Αρμενικό Απελευθερωτικό Στρατό, το μεγαλύτερο στρατιωτικό ένοπλο σώμα στην Αρμενία και αγωνίζονται για την ανεξαρτησία της Αρμενίας και την υπεράσπιση του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Και οι δυο κατάγονται από το Αλαβερντί. Για τους ελληνικούς πληθυσμούς της Αρμενίας είπαν: “Στο σύνολό του ο ελληνικός πληθυσμός της Αρμενίας υποστηρίζει τον αγώνα. Όμως ελάχιστοι συμμετέχουν, γιατί φοβούνται να μην δημιουργηθούν προβλήματα κατά τη μετάβασή τους στην Ελλάδα”. Αντίστοιχες περιπτώσεις Ελλήνων εμφανίζονται και στην Αρμενία. Στο στρατό του Ναγκόρνο Καραμπάχ εντάχθηκαν και Έλληνες. Υπήρχαν επίσης περιπτώσεις Ελλήνων από τη Γεωργία που κατατάχθηκαν εθελοντικά στο στρατό του Καραμπάχ για να βοηθήσουν με αυτό τον τρόπο τον ελληνικό πληθυσμό που κινδύνευε. Από αυτούς αναδείχτηκαν ακόμα και ήρωες πολέμου. Τον Αύγουστο του 1992, η κατάσταση οξύνθηκε και στην περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Σε επιθέσεις των Αζέρων καταστράφηκαν πολλά χωριά, μεταξύ των οποίων και το Μεχμανά. Για οκτώ μήνες, το ελληνικό χωριό μαζί με πολλά αρμενικά, ήταν στα χέρια των Αζέρων. Καταστράφηκαν συνολικά 33 ελληνικά σπίτια. Στο κέντρο του χωριού ήταν αναρτημένη η ελληνική σημαία. Ο πρόεδρος του χωριού ανέφερε για τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια του πολέμου: “Το χωριό μας σχεδόν καταστράφηκε. Δεν έχουμε ηλεκτρικό, συγκοινωνία, ένα τηλέφωνο να επικοινωνήσουμε. Περάσαμε δύσκολες ώρες από τις επιθέσεις των Αζέρων. Ζούσαμε μέσα σε ναρκοπέδια. Η εκκλησία έχει και αυτή καταστραφεί. Δεν έχουμε σχολεία και τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο ενός άλλου χωριού σε απόσταση τεσσάρων ωρών. Θέλουμε να ξαναχτίσουμε το χωριό. Κρατάμε την ελληνική γλώσσα και τα έθιμα και όταν ακούω τη λέξη Ελλάδα, η καρδιά μου τρέμει.”
Τελικά οι Αρμένιοι και οι Έλληνες, κατάφεραν να εκδιώξουν τους επιτιθέμενους. Οι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής στην πλειονότητά τους προσφυγοποιήθηκαν. Εμπόδια συνάντησαν από τις τοπικές αρχές, οι οποίες δεν επιθυμούσαν την αναχώρησή τους, με το επιχείρημα ότι δεν έπρεπε να εξασθενίσει ο χριστιανικός χαρακτήρας της περιοχής. Μια ομάδα Ελλήνων, εικοσιπέντε ελληνικές οικογένειες του χωριού Μεχμανά της περιφέρειας Μαρτακέρτ του Ναγκόρνο Καραμπάχ, ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να τους παραχωρήσει άσυλο πολέμου. Αντίστοιχη δήλωση κατέθεσαν και στην κυβέρνηση της Δημοκρατίας του Καραμπάχ, τονίζοντας ότι το αίτημα απόδοσης ασύλου πολέμου από την Ελλάδα έγινε ως ένδειξη διαμαρτυρίας, γιατί η παγκόσμια κοινότητα παρέβλεπε τα συμφέροντα των Αρμενίων και των Ελλήνων της Δημοκρατίας του Καραμπάχ. Τελικά οι περισσότεροι Έλληνες κάτοικοι του Ναγκόρνο Καραμπάχ κατέφυγαν ως πρόσφυγες στο Στεπανακέρτ, πρωτεύουσα του Ναγκόρνο Καραμπάχ, στην Ελλάδα, στην Αρμενία και στη νότια Ρωσία. Στην Ελλάδα υπήρξε πρόβλεψη για απλοποίηση των διαδικασιών μετακίνησης προς αυτήν και ένταξης, κατά προτεραιότητα, στα προγράμματα αποκατάστασης που υπήρχαν τότε. Οι πρόσφυγες μεταφέρθηκαν κυρίως στη Φλώρινα. Στο Μεχμανά παρέμειναν 30 άτομα. Το ελληνικό σχολείο του χωριού έκλεισε όταν πέθανε η δασκάλα. Η ελπίδα των κατοίκων ήταν η ανοικοδόμηση του χωριού και η επιστροφή των προσφύγων. Κίνηση αλληλεγγύης προς τους Έλληνες του χωριού οργάνωσε η εφημερίδα Γνώμη της Αλεξανδρούπολης και η οργάνωση “Γιατροί του κόσμου”. Κατάφεραν να ευαισθητοποιήσουν τους κατοίκους του νομού Έβρου, οι οποίοι προσέφεραν τρόφιμα και ρούχα, μια γεννήτρια για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, μια τηλεόραση με δορυφορική κεραία για να παρακολουθούν την ελληνική τηλεόραση και ένα τρακτέρ για τις γεωργικές εργασίες τους.