Ήταν Φλεβάρης του 1988.
Άλλη μια τραγική σελίδα της νεώτερης αρμενικής ιστορίας, που αναφέρεται στις ωμότητες σε βάρος των αρμενίων κατοίκων και τη φριχτή δολοφονία ή τον βαρύτατο τραυματισμό εκατοντάδων εξ αυτών από τους

αζέρους, έμελε να γραφτεί  στην πόλη Σουμγκάιτ  της άλλοτε Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας (ΣΣΔ) του Αζερμπαϊτζάν. Μια σελίδα που εκ των πραγμάτων δεν έχει κλείσει ακόμη και ούτε πρόκειται να κλείσει, ώσπου να επέλθει η de jure αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Ναγκόρνο (Ορεινού) Καραμπάχ, από τη διεθνή κοινότητα. Πώς συνδέονται, όμως, τα δύο αυτά θέματα; Τι ακριβώς συνέβη τότε; Και ποιες οι βαθύτερες αιτίες των γεγονότων;
Ας δούμε πρώτα την κατάσταση που επικρατούσε στην ευρύτερη Σοβιετική Ένωση, τα χρόνια εκείνα.
Ήδη από το 1985, η  οικονομική κατάρρευση της ΕΣΣΔ που είχε  σαν βασική αιτία την  ακραία συγκέντρωση της οικονομίας και την απουσία οποιασδήποτε ατομικής πρωτοβουλίας, είχε αναγκάσει το καθεστώς να στραφεί προς ένα νέο πολλά υποσχόμενο ηγέτη, τον Μιχαήλ  Γκορμπατσώφ, εκλέγοντάς τον ως νέο Γενικό Γραμματέα  της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και Πρόεδρο του Πρεζίντιουμ του Ανώτατου Σοβιέτ, (δηλαδή, αρχηγό του Κράτους).
Ο Γκορμπατσόφ είχε βάλει σαν στόχο τη μετατροπή της στάσιμης και αναποτελεσματικής σοβιετικής οικονομίας,  σε μία αποκεντρωμένη οικονομία της αγοράς, πάντοτε όμως υπό την αιγίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτή η πολιτική των κοινωνικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων (περεστρόικα), σε συνδυασμό με τη διαφάνεια και την ελευθερία του λόγου (γκλάσνοστ) στα μέσα μαζικής ενημέρωσης,  τυπικά δεν έδιναν τη δυνατότητα αμφισβήτησης του κομμουνιστικού δόγματος. Ο πραγματικός σκοπός ήταν η ενίσχυση του κομμουνιστικού καθεστώτος ώστε να αποδεσμευθεί από τη στασιμότητα, βασιζόμενο στην ανάπτυξη και την αύξηση της παραγωγικότητας. Πίστευε ο  Γκορμπατσόφ, πως αυτή η πολιτική θα έδινε μια ώθηση στο σοβιετικό σύστημα, για να προσαρμοστεί στις αλλαγές που ζητούσε η κοινωνία.
Ταυτόχρονα, ο εννιάχρονος πόλεμος μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης  και των Αφγανών Μουτζαχεντίν που διέθεταν τη στήριξη των ΗΠΑ και πλήθους μουσουλμανικών χωρών, έφθανε στο τέλος του, με την ταπεινωτική αποχώρηση των Σοβιετικών στρατευμάτων το 1989.
Το λάθος του Γκορμπατσόφ, ήταν ότι δεν διέβλεπε πως όπως κάθε άλλο ολοκληρωτικό καθεστώς, ούτε και εκείνο που αντιπροσώπευε ο ίδιος μπορούσε να περιορίσει τις αλλαγές που ζητούσε η κοινωνία και να επιβάλλει εκείνες που επιθυμούσε   το καθεστώς. Εβδομήντα χρόνια καταπίεσης δεκάδων εθνοτήτων,            δεν μπορούσαν να συνεχιστούν μέσα σε ένα πιο φιλελεύθερο σύστημα. Έτσι άρχισε η αποσύνθεση της  αυτοκρατορίας. Λαοί που χρόνια ζούσαν κάτω από μια σκληρή καταπίεση, άρχισαν να διεκδικούν τόσο τα κοινωνικά, όσο και τα εθνικά δικαιώματα τους. Τα δεύτερα μάλιστα, όπως φάνηκε τόσο στον Καύκασο, όσο και στα Βαλκάνια, με δριμύτερο τρόπο.  
Μια από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις καταπιεσμένης εθνότητας, ήταν κι’ εκείνη των Αρμενίων του Ναγκόρνο Καραμπάχ ή Αρτσάχ, όπως είναι η αρμενική ονομασία της περιοχής, όπου οι κατά 90% αρμένιοι κάτοικοι, απλά διεκδικούσαν το δικαίωμα αποχώρησής τους από τη ΣΣΔ του Αζερμπαϊτζάν και την παράλληλη προσχώρησή τους στην ΣΣΔ της Αρμενίας, κάτι που άλλωστε επέτρεπε το ισχύον τότε Σοβιετικό Σύνταγμα. Πρέπει να σημειωθεί πως το  Ναγκόρνο Καραμπάχ αποτελεί μια γεωγραφική περιοχή της ιστορικής Αρμενίας, που το 1923 είχε υπαχθεί διοικητικά ως «Αυτόνομη Διοικητική Περιφέρεια του Ορεινού Καραμπάχ» (Ομπλάστ) στη ξένη προς τους κατοίκους και, όπως αποδείχτηκε στη πράξη, ιδιαίτερα καταπιεστική ΣΣΔ του Αζερμπαϊτζάν. Η προσάρτηση είχε γίνει με αυθαίρετη απόφαση του σοβιετικού δικτάτορα Ιωσήφ Στάλιν, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των αρμενίων και τις περί αντιθέτου υποσχέσεις της Μόσχας προς αυτούς το 1920. Με την ίδια απόφαση, ο Στάλιν είχε προσαρτήσει στο Αζερμπαϊτζάν και την περιοχή του Ναχιτσεβάν, που βρίσκεται δυτικά της Αρμενίας,  χωρίς να συνορεύει με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ την αρμενική περιοχή του Τσαβάχκ με πάνω από 90% αρμενίους κατοίκους, την είχε προσαρτήσει στη δική του πατρίδα τη ΣΣΔ της Γεωργίας. 
Αυτό που διεκδικούσαν, επομένως, οι Αρμένιοι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την απαλλαγή τους από τον αζερικό ζυγό, με την υλοποίηση της υπόσχεσης που είχε δοθεί προς αυτούς, από την επαναστατική ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης 68 χρόνια πριν. Αυτό, όμως, ήταν και η αφορμή για την εξαπόλυση διωγμών σε βάρος των αρμενίων κατοίκων της πόλης  Σουμγκάιτ του Αζερμπαϊτζάν, με την παρότρυνση των αζερικών αρχών.
Πράγματι στις 27-29 Φεβρουαρίου 1988, άρχισαν να διαδίδονται ψευδείς ειδήσεις   στο Σουμγκάιτ, για διώξεις σε βάρος των αζέρων της Αρμενίας.  Ο καθοδηγούμενος από τις αρχές όχλος ξεχύθηκε στους δρόμους καταστρέφοντας κάθε τι που ανήκε στους αρμενίους, σπίτια, καταστήματα, γραφεία, αυτοκίνητα κλπ, βιάζοντας γυναίκες, πετώντας μικρά παιδιά από τα παράθυρα και δολοφονώντας κάθε Αρμένιο που είχε την ατυχία να βρεθεί στο δρόμο τους. Μέσα σε ένα τριήμερο πυρπολήθηκαν περί τις 200 κατοικίες, πάνω από 50 καταστήματα, πολλά διοικητικά γραφεία  και αυτοκίνητα, ενώ χιλιάδες οικογένειες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη.
Είναι εντυπωσιακό, ότι τα γεγονότα που εκτυλίχτηκαν στο Σουμγκάιτ  θυμίζουν έντονα  τους διωγμούς των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1955.  Ίδιοι στόχοι, ίδιες  μέθοδοι, ίδια αποτελέσματα.
Επισήμως, οι αρχές καταδίκασαν τα γεγονότα αποδίδοντάς τα σε «χούλιγκανς», χωρίς όμως και να πάρουν κανένα μέτρο για την επιστροφή και την αποκατάσταση των αρμενίων που είχαν φύγει από την πόλη. Απλά, με σκοπό να κατευνάσουν τη διεθνή κοινή γνώμη, συγκρότησαν μια επιτροπή υπό τον πρωθυπουργό Γασάν Σεγίτωφ, για τη διερεύνηση των γεγονότων. Σαν αποτέλεσμα των ερευνών, 12 αστυνομικοί απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους χωρίς να δικαστούν. Αργότερα, με απόφαση των αρχών της Μόσχας, το Κομμουνιστικό Κόμμα του  Αζερμπαϊτζάν, καθαίρεσε τον Ντ. Μ. Μουσουλμανζατέ, ηγέτη του κόμματος στο Σουμγκάιτ, αντικαθιστώντας τον με τον πρωθυπουργό του Ναχιτσεβάν Σαλέχ Χατζίεβ. Ακόμη, απομακρύνθηκε από τη θέση του και ο δήμαρχος του Σουμγκάιτ, με την κατηγορία της αμέλειας που είχε τραγικά αποτελέσματα. Επίσης, οι αρχές της Μόσχας έστειλαν στο  Σουμγκάιτ επιθεωρητές, οι οποίοι ανέκριναν 700 άτομα, εκ των οποίων οι 430 καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης μιας ή δύο εβδομάδων. Τέλος, από τους 94 βασικούς κατηγορούμενους (η πλειονότητα των οποίων ήσαν μέλη της νεολαίας του  Κομμουνιστικού Κόμματος), δικάστηκαν διαδοχικά οι 13 στο Σουμγκάιτ και στη Μόσχα.

 

Ας έρθουμε στα συμπεράσματα

Οι ωμότητες στο Σουμγκάιτ, ήταν η απάντηση των αζέρων στις διεκδικήσεις των πολιτών της  Αυτόνομης Διοικητικής Περιφέρειας του Ορεινού Καραμπάχ για προσάρτηση της περιοχής τους στην ΣΣΔ της Αρμενίας, όπως είχε συμφωνηθεί το 1920, όταν η ανεξάρτητη Δημοκρατία της Αρμενίας προσχωρούσε στη Σοβιετική Ένωση.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η διαμάχη για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αφορά το θεμελιώδες ζήτημα των ανθρώπινων δικαιωμάτων της αυτοδιάθεσης, ώστε  να μπορεί κανείς να ζει ειρηνικά στα πάτρια εδάφη του, όντας κύριος της μοίρας του.
Η παρούσα κατάσταση είναι αποτέλεσμα  της επί δεκαετίες συστηματικής καταπάτησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της εθνοκάθαρσης του γηγενούς αρμενικού πληθυσμού από τις αζερικές αρχές, σοβιετικές ή μη, και την παράνομη προσάρτηση της αρχαίας αρμενικής επαρχίας Αρτσάχ  στο Αζερμπαϊτζάν. Κατάσταση που οδήγησε σε αλλεπάλληλα  πογκρόμ (μια και το Σουμγκάιτ δεν ήταν ούτε το πρώτο, ούτε και το τελευταίο που έγιναν σε βάρος των αρμενίων από τους αζέρους), καθώς και σε άμεση  στρατιωτική επέμβαση κατά του ειρηνικού πληθυσμού.

Αρά Μαγκογιάν