Σή­με­ρα θα λέ­γαμε ό­τι ο για­τρός Φρί­ντριχ Βίλ­χελ­μ φον Πά­ροτ ή­ταν αλ­πι­νι­στής, αλ­λά πέ­θα­νε τριά­ντα χρό­νια προ­τού κα­θιε­ρω­θεί αυ­τός ο ό­ρος (1875) και δεν ξέ­ρου­με ποια ο­νομα­σί­α έ­δι­ναν τό­τε σ’ αυ­τήν την κα­κιά συ­νή­θεια, την α­νά­βα­ση δη­λα­δή στα βου­νά. Ω­στό­σο γνω­ρί­ζου­με το άλ­λο­θί του: η ε­πι­στή­μη.

Γιος ε­νός λα­μπρού γερ­μα­νού φυ­σι­κού και θε­ο­λό­γου, ο Φρί­ντριχ Πά­ροτ, που εί­χε πά­ει στην αυ­λή του τσά­ρου Α­λέ­ξαν­δρου Α΄, δεν θα ε­πέ­τρε­πε ποτέ στον ε­αυ­τό του ν’ α­νέ­βει σ’ έ­να βου­νό χω­ρίς ε­πι­στη­μο­νι­κό στό­χο. Ει­δικός στη «στάθ­μι­ση» δεν α­πο­χω­ρι­ζό­ταν πο­τέ το εύ­θραυ­στο βα­ρό­με­τρό του που του ε­πέ­τρε­πε να με­τρά­ει με α­κρί­βεια το υ­ψό­με­τρο. Εί­χε λοι­πόν ξε­κι­νή­σει να ε­ξε­ρευ­νή­σει και να χαρ­το­γρα­φή­σει τον Καύ­κα­σο το 1811, σε η­λι­κί­α 20 ε­τών. Μια χιο­νο­θύ­ελ­λα τον εί­χε στα­μα­τή­σει λί­γο πριν την κο­ρυ­φή του ό­ρους Κά­σμπεκ (5.047μ.). Σε μια ξα­στε­ριά, εί­χε δει «πο­λύ μα­κριά προς το νό­το μια πο­λύ ψη­λή και μο­να­χι­κή κο­ρυ­φή – σί­γου­ρα το α­ση­μέ­νιο στε­φά­νι του Α­ρα­ράτ». Η ει­κό­να εί­χε ε­ντυ­πω­θεί στο μυα­λό του, ο Πά­ροτ την πε­ριέ­γρα­ψε στο Τα­ξί­δι προς το Α­ρα­ράτ: σε η­λι­κί­α 20 ε­τών ήλ­πι­ζε ν’ α­νέ­βει στο βου­νό της Γέ­νε­σης – στ’ ό­νο­μα της ε­πι­στή­μης και πα­ρά τη δο­ξα­σί­α κά­ποιων για τους ο­ποί­ους η πα­ρου­σί­α της κι­βω­τού του Νώ­ε κα­θι­στούσε την κο­ρυ­φή α­πλη­σί­α­στη.

Τα ε­πό­με­να χρό­νια ο Πά­ροτ υ­πη­ρέ­τη­σε στον τσα­ρι­κό στρα­τό ε­να­ντί­ον του Ναπο­λέ­ο­ντα και εί­χε γί­νει κα­θη­γη­τής φυ­σι­κής ι­στο­ρί­ας και φι­λο­σο­φί­ας στο αυτο­κρα­το­ρι­κό πα­νε­πι­στή­μιο του Ντόρ­πατ (ση­με­ρι­νό Ταρ­τού) στην Ε­σθο­νί­α. Μέσα σ’ έ­να κα­λο­καί­ρι εί­χε δια­σχί­σει τα Πυ­ρη­ναί­α α­πό τον Α­τλα­ντι­κό ως τη Μεσό­γειο, στα­μα­τώ­ντας κά­θε δυο ώ­ρες για να με­τρή­σει το υ­ψό­με­τρο. Η διά­σχι­ση εί­χε διαρ­κέ­σει ε­πτά ε­βδο­μά­δες, χρό­νος που φα­ντα­ζό­μα­στε ό­τι αν τον κρί­νουμε α­πό α­θλη­τι­κή σκο­πιά κά­θε άλ­λο πα­ρά ευ­κα­τα­φρό­νη­τος ή­ταν o Αλ­πι­νι­σμός; Ο Έ­ντουαρ­ντ Πεκ, που α­φιε­ρώ­νει στον Πά­ροτ έ­να ω­ραί­ο άρ­θρο στο The Alpine Journal, σχο­λιά­ζει: «Έ­ζη­σε πριν η χα­ρά του βου­νού γί­νει της μό­δας και υ­πο­σκε­λί­σει τις σχο­λα­στι­κές α­παι­τή­σεις της ε­πι­στή­μης».

Πρώτη απόπειρα ανάβασης στο βουνό

Στις αρ­χές του 1829, πα­ρου­σιά­ζε­ται ε­πι­τέ­λους η ευ­και­ρί­α της ζω­ής του. Ο τσά­ρος Νι­κό­λα­ος Α΄, τέσ­σε­ρα χρό­νια με­τά την ά­νο­δό του στο θρό­νο, α­ντι­με­τω­πί­ζει τους Τούρ­κους και ε­ξα­σφα­λί­ζει τον έ­λεγ­χο του ό­ρους Α­ρα­ράτ, που η Ρω­σί­α διεκ­δι­κού­σε μέ­χρι τό­τε α­πό την Ο­θω­μα­νι­κή και την Περ­σι­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α. Ο Φρί­ντριχ Πά­ροτ ε­γκα­τα­λεί­πει το Ντόρ­πατ, δια­σχί­ζει τη δυ­τι­κή Ρω­σί­α α­πό τη Βαλ­τι­κή ως τον Καύ­κα­σο δια μέ­σου της πε­διά­δας του Δον και της καλ­μου­χι­κής στέ­πας.

Στις αρ­χές του φθι­νο­πώ­ρου, με­τά α­πό ε­νά­μι­σι μή­να κα­ρα­ντί­νας στα πε­ρί­χω­ρα του Ε­ρε­βάν λό­γω ε­πι­δη­μί­ας πα­νού­κλας, ο Πά­ροτ γί­νε­ται δε­κτός στο μο­να­στή­ρι του Ε­τσμια­τζίν α­πό τον Κα­θο­λι­κό της αρ­με­νι­κής Εκ­κλη­σί­ας. Χά­ρις στις προ­νο­μια­κές σχέ­σεις του πα­τέ­ρα του με τον τσά­ρο, κα­τά­φε­ρε να χρη­ματο­δο­τή­σει μια πραγ­μα­τι­κή α­πο­στο­λή που πε­ριε­λάμ­βα­νε έ­να στρα­τιω­τι­κό ακό­λου­θο και τέσ­σε­ρις ε­πι­στή­μο­νες: έ­να ο­ρυ­κτο­λό­γο, έ­να α­στρο­νό­μο και δυο φοι­τη­τές της ια­τρι­κής. Έ­νας νε­α­ρός διά­κο­νος, ο Χα­τσα­ντούρ Α­πο­βιάν, προ­σλαμβά­νε­ται ως διερ­μη­νέ­ας. Ε­ξη­γεί τη ση­μα­σί­α των δυο ξύ­λι­νων λει­ψά­νων που τους ε­πι­δει­κνύ­ο­νται: το έ­να εί­ναι τμή­μα α­πό το δό­ρυ ε­νός ρω­μαί­ου στρα­τιώτη που ή­ταν πα­ρών κα­τά τη σταύ­ρω­ση του Χρι­στού και το άλ­λο έ­να κομ­μά­τι α­πό την κι­βω­τό του Νώ­ε.

Σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση, αυ­τό το τε­λευ­ταί­ο εί­χε με­τα­φερθεί α­πό έ­να μο­να­χό που εί­χε πά­ει προς την κο­ρυ­φή του ό­ρους Α­ρα­ράτ πριν α­πό χί­λια χρό­νια. Ό­ταν τη νύ­χτα ο μο­να­χός α­πο­κοι­μή­θη­κε, έ­νας άγ­γε­λος εί­χε εμ­φα­νι­στεί στον ύ­πνο του και του εί­χε δώ­σει το ξύ­λι­νο α­ντι­κεί­με­νο ε­ξη­γώ­ντας του ό­τι η πί­στη του τους εί­χε α­παλ­λά­ξει, αυ­τόν και τους ο­μο­θρή­σκους του, από την υ­πο­χρέ­ω­ση ν’ α­νέ­βουν στο ό­ρος Α­ρα­ράτ. Έ­κτο­τε, οι Αρ­μέ­νιοι θε­ω­ρούν την ιε­ρή κο­ρυ­φή ά­βα­το.

Πα­ρό­λα αυ­τά, ο Πά­ροτ και οι σύ­ντρο­φοί του κα­τευ­θύ­νο­νται προς τη βο­ρειο­δυτι­κή βου­νο­πλα­γιά του ό­ρους και δια­σχί­ζουν τον πο­τα­μό Α­ρά­ξη – που θα σφρα­γί­σει για με­γά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα τα ερ­μη­τι­κά σύ­νο­ρα της σο­βιε­τι­κής αυτο­κρα­το­ρί­ας. Στή­νουν την κα­τα­σκή­νω­ση βά­σης σε υ­ψό­με­τρο 2.400 μέ­τρων, κο­ντά στο μο­να­στή­ρι του Α­γί­ου Ια­κώ­βου (κα­τα­στρά­φη­κε το 1840 α­πό σει­σμό), στο ση­μεί­ο όπου ο προ­φή­της Νώ­ε λέ­γε­ται ό­τι φύ­τε­ψε την πρώ­τη ά­μπε­λο για να δο­ξά­σει το Θε­ό ε­πει­δή κα­τέ­βη­κε σώ­ος και α­βλα­βής α­πό την κο­ρυ­φή με­τά τον Κα­τα­κλυ­σμό.

Μια πρώ­τη α­πό­πει­ρα τους ο­δη­γεί, με­τά α­πό μια πα­γε­ρή νύ­χτα, μέ­χρι το υ­ψό­μετρο των 4.700 μέ­τρων. Τό­τε δεν υ­πήρ­χαν κρα­μπόν (τα ει­δι­κά καρ­φιά που προ­σαρ­μό­ζονται κά­τω α­πό τις μπό­τες). Στην κα­τά­βα­ση πά­νω στο πα­γω­μέ­νο χιό­νι, ο Πά­ροτ χά­νει την ι­σορ­ρο­πί­α του κα­θώς πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό το σύ­ντρο­φό του. Γλι­στρούν πέ­φτο­ντας σε βρά­χους με­ρι­κές δε­κά­δες μέ­τρα πιο κά­τω. Οι δυο άν­δρες εί­ναι σώ­οι, αλ­λά το βα­ρό­με­τρο έ­χει σπά­σει. Α­πο­φα­σί­ζουν, κα­θώς η δει­σι­δαι­μο­νί­α πε­ρι­βάλ­λει την κο­ρυ­φή, να μην α­να­φέ­ρουν τί­πο­τα σε κα­νέ­να Αρ­μέ­νιο για την πτώ­ση.

Ο Πά­ροτ δεν εί­ναι ο τύ­πος του αν­θρώ­που που το βά­ζει κά­τω. Το βα­ρό­με­τρο ε­πισκευά­ζε­ται και ορ­γα­νώ­νε­ται μια δεύ­τε­ρη ε­πι­χεί­ρη­ση προς την κο­ρυ­φή. Αυ­τή τη φο­ρά θα με­τέ­φε­ραν έ­να βα­ρύ ξύ­λι­νο σταυ­ρό (το με­γα­λύ­τε­ρο α­πό τα δυο δο­κάρια έ­χει μή­κος 3,50 μέ­τρα και πά­χος 15 ε­κα­το­στά), που εί­χε προ­σφέ­ρει στο Νι­κό­λα­ο Α΄ ο κό­μης Πά­σκε­βιτ­ς του Ε­ρε­βάν, ο ο­ποί­ος εί­χε α­γο­ρά­σει για λο­γα­ρια­σμό του τσά­ρου ε­κτά­σεις γύ­ρω α­πό το Α­ρα­ράτ. Ο σταυ­ρός έ­χει ευ­λο­γη­θεί α­πό τον αρ­χι­μαν­δρί­τη και έ­χει φορ­τω­θεί πά­νω σε δυο βό­δια.

Τρεις ρώ­σοι στρα­τιώ­τες και τέσ­σε­ρις αρ­μέ­νιοι χω­ρι­κοί έ­χουν στρα­το­λο­γη­θεί και τρα­βούν το σταυ­ρό με σχοι­νιά κά­θε φο­ρά που τα βό­δια κου­ρά­ζο­νται. Η ό­λη ε­πι­χεί­ρη­ση στα­μα­τά­ει στους πρό­πο­δες μιας χιο­νι­σμέ­νης πυ­ρα­μί­δας ό­που, γρά­φει ο Πά­ροτ, «κα­νέ­να αν­θρώ­πι­νο πλά­σμα δεν εί­χε α­νέ­βει πο­τέ μέ­χρι τό­τε α­πό την ε­πο­χή του Νώ­ε». Το βα­ρό­με­τρο δεί­χνει 4.900 μέ­τρα. Ο σταυ­ρός υ­ψώνε­ται και α­πο­φα­σί­ζε­ται η κα­τά­βα­ση, δεύ­τε­ρη α­πο­τυ­χί­α. Ε­πί μια ε­βδο­μά­δα ε­πικρα­τεί κα­κός και­ρός στο ό­ρος Α­ρα­ράτ, ο­πό­τε α­πο­σύ­ρο­νται στο μο­να­στή­ρι του Α­γί­ου Ια­κώ­βου για να συ­νέλ­θουν α­πό τις κα­κου­χί­ες τρώ­γο­ντας πέ­στρο­φες και α­γριο­γού­ρου­να που κυ­νη­γούν οι κο­ζά­κοι.

Η κατάκτηση της κορυφής

Τε­λι­κά ο και­ρός κα­λυ­τε­ρεύ­ει, μια ο­μά­δα δέ­κα α­τό­μων ε­πι­χειρεί την τρί­τη προ­σπά­θεια. Κα­τα­σκευά­ζουν έ­να ε­λα­φρύ­τε­ρο και μι­κρό­τε­ρο σταυ­ρό πά­χους 5 εκα­το­στών. Ο και­ρός εί­ναι γλυ­κός, χιο­νί­ζει, ό­λοι οι Αρ­μέ­νιοι νη­στεύ­ουν, κά­ποιοι γυ­ρί­ζουν πί­σω. Την ε­πο­μέ­νη, 9 Ο­κτω­βρί­ου 1829 στις 15: 15, έ­ξι απ’ αυ­τούς πα­τά­νε την κο­ρυ­φή σε υ­ψό­με­τρο 5.165 μέ­τρων. Ο Πά­ροτ πα­νη­γυ­ρί­ζει: «Αυ­τοί οι αιώ­νιοι πά­γοι των ο­ποί­ων κα­μιά πέ­τρα, κα­νέ­νας βρά­χος δεν μπο­ρεί να διασπά­σει την ε­νό­τη­τα, εί­ναι η λι­τή α­ση­μέ­νια κο­ρυ­φή του πα­λιού Α­ρα­ράτ». Η στιγ­μή εί­ναι ση­μα­ντι­κή. Ο Α­πο­βιάν, ο διερ­μη­νέ­ας, που α­νέ­βηκε ό­λη τη δια­δρο­μή με ά­δειο στο­μά­χι, ντυ­μέ­νος με το ρά­σο του, α­νέ­λα­βε την πρω­το­βου­λί­α να στή­σει το σταυ­ρό με τέ­τοιο τρό­πο ώ­στε ο α­στρο­νό­μος Φε­ντέ­ροφ, που εί­χε μεί­νει στο μο­να­στή­ρι, να μπο­ρέ­σει να με­τρή­σει το υ­ψό­με­τρο (πέ­φτει έ­ξω κα­τά 80 μέ­τρα). Ο στρα­τιώ­της Σαλ­πά­νοφ, του 41ου συ­ντάγ­μα­τος α­κρο­βο­λι­στών, φο­ρά­ει τη με­γά­λη του στο­λή και τα πα­ρά­ση­μά του κά­τω α­πό την κά­πα. Η ο­μά­δα πί­νει στην υ­γεί­α του πα­τριάρ­χη Νώ­ε. Βέ­βαια, δεν υπάρ­χει κα­νέ­να ί­χνος της κι­βω­τού στην κο­ρυ­φή, αλ­λά ο Πά­ροτ α­φή­νει μια πόρ­τα α­νοι­χτή: μπο­ρεί να προ­σά­ρα­ξε α­νά­με­σα στις δυο κο­ρυ­φές του βου­νού ή να είναι θαμ­μέ­νη κά­τω α­πό τον πά­γο.

Αν η ξε­ρο­κε­φα­λιά εί­ναι δε­δο­μέ­νη, η πί­στη εί­ναι α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη. Την α­νάβα­ση πα­ρα­κο­λού­θη­σαν α­πό κά­τω και υ­πάρ­χουν έ­ξι μάρ­τυ­ρες. Αλ­λά πο­λύ γρή­γο­ρα, η ε­φη­με­ρί­δα της Τι­φλί­δας που δη­μο­σί­ευ­σε την α­φή­γη­ση του Πά­ροτ α­πη­χεί τις φή­μες που δια­δί­δο­νται. Βε­βαιώ­νουν (εξ άλ­λου το κά­νουν ε­δώ και χί­λια χρόνια), ό­τι η α­νά­βα­ση στο ιε­ρό βου­νό εί­ναι α­δύ­να­τη. Ο Πά­ροτ α­γα­να­κτι­σμέ­νος ζητά­ει α­πό ό­λους τους συ­ντρό­φους του να κα­τα­θέ­σουν ε­νόρ­κως. Οι δυο στρα­τιώτες προ­θυ­μο­ποιού­νται χω­ρίς να βγά­λουν ά­χνα, αλ­λά οι δυο αρ­μέ­νιοι χω­ρι­κοί, α­γράμ­μα­τοι, δί­νουν κα­τά­θε­ση με τη βο­ή­θεια ε­νός ιε­ρέ­α. Συ­ντάσ­σε­ται με τέτοιο τρό­πο ώ­στε να δη­μιουρ­γή­σει σύγ­χυ­ση α­νά­με­σα στους δυο σταυ­ρούς και ν’ α­φή­σει να εν­νο­η­θεί ό­τι «η α­πό­το­μη πλα­γιά, τε­λεί­ως πα­γω­μένη», ε­μπό­δι­σε την ο­μά­δα να φθά­σει στην κο­ρυ­φή. Έ­νας άλ­λος χω­ρικός, που δεν συμ­με­τεί­χε στην τε­λι­κή προ­σπά­θεια, βε­βαιώ­νει με όρ­κο ό­τι «η α­νά­βα­ση εί­ναι α­δύ­να­τη εξ αι­τί­ας του ψύ­χους που ε­μπο­δί­ζει την α­να­πνο­ή», ε­νώ «οι πα­γω­μέ­νες πλα­γιές ορ­θώ­νο­νται ως τεί­χη».

Ό­σον α­φο­ρά το νε­α­ρό διά­κο­νο Α­πο­βιάν, κα­τέ­θε­σε προ­φα­νώς με υ­ψω­μέ­νη φω­νή υπέρ του γερ­μα­νού ε­πι­στή­μο­να. Ο Πά­ροτ, πράγ­μα­τι, έ­γι­νε α­νά­δο­χός του για να σπου­δά­σει κο­ντά του στο Ντόρ­πατ. Έ­ζη­σε πολ­λά χρό­νια, δια­πο­τι­σμέ­νος με τη ρω­σι­κή παι­δεί­α, πριν ε­πι­στρέ­ψει στην Τι­φλί­δα για να δι­δά­ξει. Σο­κα­ρι­σμέ­νος α­πό τη ρω­σι­κή α­νά­μει­ξη στη χώ­ρα του α­πό το 1840, πή­ρε την πέ­να. Με το μυ­θι­στό­ρημά του Οι πλη­γές της Αρ­με­νί­ας, θε­ω­ρεί­ται ως έ­νας από τους πα­τέ­ρες της σύγ­χρο­νης αρ­με­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας.

Έ­να πράγ­μα που ο Φρί­ντριχ Πά­ροτ εί­χε κα­τα­λά­βει κα­λά, εί­ναι ό­τι «η μη α­να­κάλυ­ψή του» στην κο­ρυ­φή ή­ταν κά­τι το α­νυ­πό­φο­ρο: «Ό­λοι οι Αρ­μέ­νιοι εί­ναι στα­θε­ρά πε­πει­σμέ­νοι ό­τι η κι­βω­τός του Νώ­ε πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­μερα στην κο­ρυ­φή του Α­ρα­ράτ», θα γρά­ψει. Και έ­τσι κα­τα­λά­βαι­νε την α­πα­γό­ρευ­ση προς τον ο­ποιον­δή­πο­τε να πλη­σιά­σει. Έ­πρε­πε η πί­στη να δια­φυ­λαχθεί.

Το ό­ρος Α­ρα­ράτ, λί­κνο της κι­βω­τού του Νώ­ε: η ει­κό­να εί­ναι πα­νέ­μορ­φη για να δια­τα­ρα­χθεί α­πό έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε συμ­βάν. Το κα­λο­καί­ρι, οι αιώ­νιοι πα­γε­τώνες του δο­νούν τον καυ­τό α­έ­ρα της πε­διά­δας θυ­μί­ζο­ντας ό­τι κη­δε­μο­νεύ­ει τις ψυ­χρές μά­ζες της α­τμό­σφαι­ρας, ε­κεί ό­που ευ­χα­ρί­στως το­πο­θε­τού­με τους θε­ούς μας. Ό­πως το ξυ­πνο­πού­λι της γέ­φυ­ρας Άλ­μα που α­πο­κα­λύ­πτει το ε­πί­πε­δο της στάθ­μης του Ση­κουά­να, έ­τσι κι αυ­τό μαρ­τυ­ρεί το ύ­ψος του Κα­τα­κλυ­σμού, α­πό τον ο­ποί­ο ο Νώ­ε, η οι­κο­γέ­νειά του (ε­μείς δη­λα­δή) και ο­ρι­σμέ­να ε­πι­λεγ­μέ­να είδη ε­πέ­ζη­σαν ε­δώ και τέσ­σε­ρις χι­λιά­δες χρό­νια.

Εί­ναι έ­νας τέ­λειος κώ­νος σύ­νο­ρο-ο­ρό­ση­μο Α­να­το­λής-Δύ­σης στο δρό­μο για τις Ιν­δί­ες, ε­πι­τη­ρώ­ντας, πέ­ρα α­πό τον πο­τα­μό Ευ­φρά­τη, την Με­σο­πο­τα­μί­α και τις α­παρ­χές του πο­λι­τι­σμού. Οι κα­μπύ­λες του δια­γρά­φουν στον χάρ­τη ο­μό­κε­ντρους κύ­κλους, ό­πως η πέ­τρα που βυ­θί­ζε­ται στο νε­ρό, ό­πως η α­νά­μνη­ση των πα­λαιών τα­ρα­χών ή η α­ναγ­γε­λί­α αυ­τών που ε­πέρ­χο­νται: αρ­με­νι­κό σύμ­βο­λο σφη­νω­μένο στην τουρ­κι­κή ε­πι­κρά­τεια, το α­νε­νερ­γό η­φαί­στειο δεν εί­ναι ει­ρη­νι­κό παρά φαι­νο­με­νι­κά. Θρη­νού­με­νο α­πό την Αρ­με­νί­α βό­ρεια, το ό­ρος Α­ρα­ράτ δε­σπό­ζει νό­τια των ε­ρει­πω­μέ­νων εκ­κλη­σιών και των κουρ­δι­κών χω­ριών ό­που πε­ρι­πολούν α­γα­να­κτι­σμέ­νοι τούρ­κοι στρα­τιώ­τες.

Οι α­να­βά­σεις ε­πι­τρέ­πο­νται κα­τά τρό­πο ε­πει­σο­δια­κό, α­πό το 1982, κι έ­νας τουρ­κι­κός του­ρι­στι­κός ο­δη­γός του 1990 έ­γρα­φε: «Ση­μειώ­στε κα­τη­γο­ρη­ματι­κά ό­τι μό­νο ο δρό­μος α­πό τα νό­τια ε­πι­τρέ­πε­ται. Οι ο­μά­δες των ο­ρει­βα­τών που α­πο­μα­κρύ­νο­νται προς άλ­λες κα­τευ­θύν­σεις ε­κτί­θε­νται στα πυ­ρά των στρατιω­τι­κών πε­ρι­πό­λων χω­ρίς προ­ει­δο­ποί­η­ση». Στο Ντο­γού­μπα­γιαζιτ, τον προ­σω­ρι­νό ο­ρει­βα­τι­κό σταθ­μό του ό­ρους Α­ρα­ράτ, νό­τια, τα τα­ξι­διω­τικά γρα­φεί­α α­νέ­στει­λαν τις δρα­στη­ριό­τη­τές τους με­τά α­πό δέ­κα χρό­νια πλήρους α­πα­γό­ρευ­σης. Πο­λύ εύ­κο­λο για να προ­σελ­κύ­σει πολ­λούς αλ­πι­νι­στές, το Αρα­ράτ εί­ναι το ε­πί­κε­ντρο μιας πο­λύ α­στα­θούς πε­ριο­χής για ε­πέν­δυ­ση α­πό τους του­ρι­στι­κούς πρά­κτο­ρες. Αλ­λά υ­πάρ­χουν άλ­λοι του­ρί­στες που θα αρ­κού­σαν σχε­δόν για να ε­ξα­σφα­λί­σουν έ­να κε­φά­λαιο κί­νη­σης: η α­δελ­φό­τη­τα των ε­ρευνη­τών της χα­μέ­νης κι­βω­τού.

Για ο­ρι­σμέ­νους χρι­στια­νούς, πράγ­μα­τι, η α­να­κά­λυ­ψη της κι­βω­τού έ­χει γί­νει εμ­μο­νή. (Οι ε­βραί­οι ού­τε που το σκέ­φτο­νται και οι μου­σουλ­μά­νοι φα­ντά­ζο­νται μάλ­λον ό­τι η κι­βω­τός του Νουχ, ε­νός α­πό τους πέ­ντε κύ­ριους προ­φή­τες του ι­σλάμ, προ­σά­ρα­ξε στο ό­ρος Τζού­ντι, κο­ντά στη Μο­σού­λη – σου­ράτ 11). Α­πό το 1916 που έ­νας ρώ­σος πι­λό­τος ε­ντό­πι­σε έ­να εί­δος κε­λύ­φους κο­ντά στην κο­ρυ­φή, α­νιχνεύ­σα­με πο­λύ τον πα­γω­μέ­νο θό­λο, που έ­χει αρ­κε­τά στε­νέ­ψει τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια. Έ­νας ι­σπα­νός ο­ρει­βά­της βρή­κε έ­να ξύ­λι­νο κομ­μά­τι σε μια κρε­βάς (σχισμή) το 1952. Ο α­με­ρι­κα­νός α­στρο­ναύ­της Τζέ­ιμ­ς Ίρ­βιν πί­στε­ψε στο α­δύ­να­το, ε­φόσον εί­χε περ­πα­τή­σει στη Σε­λή­νη, αλ­λά οι δυο ε­ρευ­νη­τι­κές α­πο­στο­λές του, στα χρό­νια του 1980, δεν εί­χαν κα­μιά ε­πι­τυ­χί­α. Έ­νας άγ­γλος τυ­χο­διώ­κτης κα­τά­φε­ρε να προ­σελ­κύ­σει εύ­πι­στους του­ρί­στες σ’ έ­να φυ­σι­κό βρα­χώ­δη σχη­μα­τι­σμό νό­τια του βου­νού που έ­μοια­ζε α­ό­ρι­στα σ’ έ­να α­πο­λι­θω­μέ­νο κα­ρά­βι. Το 2004, έ­νας ε­πι­χει­ρη­μα­τί­ας α­πό τη Χο­νο­λου­λού, ο Ντά­νιελ Μακ­γκί­βερ­ν, α­γό­ρα­σε δο­ρυ­φορι­κές φω­το­γρα­φί­ες της κο­ρυ­φής και α­να­κοί­νω­σε ό­τι ή­ταν έ­τοι­μος να προ­σφέρει έ­να ε­κα­τομ­μύ­ριο δο­λά­ρια για μια α­πο­στο­λή που θα ε­ξε­ρευ­νή­σει την «α­νω­μα­λί­α του Α­ρα­ράτ», μια σκού­ρα κη­λί­δα κά­τω α­πό τον πα­γε­τώ­να κο­ντά στην κο­ρυ­φή – που α­πο­δεί­χθη­κε ό­τι ή­ταν μια α­πλή κη­λίδα σκού­ρου πά­γου. Ό­λοι αυ­τοί δεν έ­χουν α­πο­δεί­ξει πολ­λά πράγ­μα­τα, ε­κτός ί­σως ό­τι η ε­πι­στή­μη δεν μπο­ρεί να κά­νει τί­πο­τα για τη θρη­σκεί­α.

Το 1877, ο Τζέ­ιμ­ς Μπρά­ις πέ­τυ­χε μό­νος του την τρί­τη α­νά­βα­ση στο ό­ρος Α­ρα­ράτ. Έφε­ρε έ­να κομ­μά­τι ξύ­λου α­πό την κο­ρυ­φή που γι’ αυ­τόν δεν ή­ταν τί­πο­τα άλ­λο πα­ρά έ­να υ­πό­λειμ­μα α­πό την κι­βω­τό του Νώ­ε. Πι­θα­νό­τα­τα, προ­ερ­χό­ταν α­πό έ­να κομ­μά­τι των δυο σταυ­ρών που με­τα­φέρ­θη­καν μι­σό αιώ­να πριν α­πό την α­πο­στολή του Φρί­ντριχ Πά­ροτ.

Α­πό­δο­ση και ε­πι­μέ­λεια: Σαρ­κίς Α­γα­μπα­τιάν*
* Το πα­ρόν άρ­θρο δη­μο­σιεύ­θη­κε στη γαλ­λι­κή ε­φη­με­ρί­δα Le Monde στις 02.08.06 με την υ­πο­γρα­φή του Charlie Buffet.