Η αρμενική Κοινότητα έχει την υποχρέωση να διαχειρίζεται τα διοικητικά αλλά και τα θρησκευτικά θέματα της παροικίας με τις διάφορες δομές της. Συζητώντας με νέους ελληνοαρμένιους δημιουργείται συχνά η εντύπωση ότι αγνοούν σχεδόν παντελώς το περιεχόμενο των εργασιών του διοικητικού μηχανισμού της παροικίας. Η ύπαρξη των σχολείων, η ανεμπόδιστη λειτουργία των εκκλησιών, η φιλόπονη δραστηριότητα των ενοριακών επιτροπών και των γυνακείων συλλόγων που τις στηρίζουν, όπως επίσης και η παρουσία του αρμενικού γηροκομείου θεωρούνται δεδομένες και απλές. Η προσπάθεια όμως διαχείρισης μιας παροικίας ούτε δεδομένη είναι αλλά ούτε και τυχαία, υπακούει σε δομικούς κανόνες, έχει τις έννοιες και τις αγωνίες της και προϋποθέτει την προσφορά εθελοντικής εργασίας.

Η Συνέλευση των Αντιπροσώπων της Κοινότητας, πέρα από μία ευχάριστη συνάντηση των μελών της, επιφορτίζει τους συμμετέχοντες με νομοθετικές ευθύνες και οι Αντιπρόσωποι δεν είναι μόνον οι φίλοι και οι γείτονές μας, αλλά άτομα που έχουν την ευθύνη του εντοπισμού και επίλυσης σοβαρών προβλημάτων, της αντιμετώπισης υπαρχουσών δυσκολιών και της διασφάλισης του μέλλοντος της παροικίας.

Ακούμε ενίοτε με τη μορφή αστεϊσμού τη φράση «είσαι κι εσύ βουλευτής;». Δεκτός βέβαια ο αστεϊσμός, που δεν μπορεί όμως να απαξιώσει την πραγματικότητα˙ όντως η Συνέλευση είναι ένα παροικιακό κοινοβούλιο και οι Αντιπρόσωποι είναι οι βουλευτές, εκλεγμένοι από τους ελληνοαρμένιους, απ’ όλα τα διαμερίσματα της χώρας.

Ποιος ο λόγος όμως αυτής της ανάλυσης;

Ο λόγος οφείλεται στην κυκλοφορία ορισμένων ρηχών απόψεων που τείνουν να υποβαθμίσουν τη σημασία των παροικιακών δομών. Πώς όμως είναι δυνατόν να απαξιώνονται τα διάφορα Κεντρικά Συμβούλια, οι Εκπαιδευτικές και Οικονομικές Επιτροπές, οι Επιτροπές Γηροκομείου και οι Ενοριακές Επιτροπές και να αποφεύγεται συχρόνως ο κίνδυνος που αυτή η απαξίωση εμπεριέχει; Η απαξίωση εξωτερικεύεται συνήθως από νοοτροπίες και στάσεις που οφείλονται σε μισαλλοδοξία και συχνά αυτάρεσκες προσεγγίσεις, οι οποίες αμφισβητώντας την ανάγκη ύπαρξης μιας σωστά οργανωμένης και δραστήριας κοινότητας, θέτουν ουσιαστικά σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή της.

Αυτές οι σκέψεις δεν απευθύνονται προφανώς στους ολιγάριθμους πρωταθλητές των νοοτροπιών που προαναφέρθηκαν˙ απευθύνονται σε όλα τα σεμνά και γενναιόδωρα μέλη της κοινότητας που κρατούν όρθια την παροικία μας δεκαετίες τώρα και που αντιστέκονται σθεναρά στις συχνά άτοπες, κάποιες δε φορές ακόμη και ανεξήγητα ευμετάβλητες κριτικές και κατηγορίες˙ σ’ εκείνους για τους οποίους η κοινοτική συνείδηση δεν είναι απλά ένα μέσον αντιμετώπισης και επίλυσης αναπόφευκτων ανθρώπινων καταστάσεων, αλλά εγγύηση διάρκειας της παροικιακής ταυτότητας και ζωτικότητας.

Θα έχουμε σύντομα εκλογές για την ανάδειξη των Αντιπροσώπων της κοινότητας. Για άλλη μία φορά οι κάλπες μας περιμένουν. Θεωρούμε τις εκλογές μία γιορτή της παροικίας και μία ευκαιρία για τους νέους κυρίως ελληνοαρμένιους, οι οποίοι συμμετέχοντας σε μία τιμητική διαδικασία, μπορούν να αποδείξουν ότι οι ίδιοι, το μέλλον δηλαδή της παροικίας, πιστεύουν σ’ αυτό το μέλλον και ότι σέβονται όχι μόνον τον μόχθο των παλαιοτέρων αλλά και όλες εκείνες τις δομές κάτω από τη σκέπη και τη φροντίδα των οποίων ενηλικιώθηκαν. Καλούνται δε, να βρουν στις ίδιες αυτές δομές δυνατότητες και πεδία δράσης για μία χρήσιμη και επωφελή για την παροικία στράτευση. Διότι αυτό είναι το πραγματικό νόημα των εκλογών, ανεξάρτητα και πέρα από την ισχυροποίηση των θεσμών και της νομικής υπόστασης της παροικίας, η αναγκαιότητα της συνέχειας. Οι εκλογές πρέπει να αποτελέσουν την εξωτερίκευση μιας βαθιάς ηθικής ικανοποίησης.

Θα είναι μεγάλη η τιμή για όσους εκλεγούν με την ψήφο των μελών της παροικίας.

Η μεγαλύτερη όμως τιμή ανήκει σ’ όλους εκείνους που με την ψήφο τους θα διατρανώσουν το δημοκρατικό φρόνημα, μεταδίδοντας στους εκλεγμένους Αντιπροσώπους το σθένος και την αποφασιστικότητα που θα τους επιτρέψει να αναλάβουν με επιτυχία τις ευθύνες ικανοποίησης των αναγκών της παροικίας μας.

Σ. Φαρατζιάν