Το ιστορικό

Ο ναός του αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή (Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς) εγκαινιάστηκε  στις 25 Νοεμβρίου 1834, όταν πρόεδρος της κοινότητας ήταν ο Γιακούπ Γιακουπιάν, έμπορος από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος μοίραζε τον χρόνο του μεταξύ των δύο πόλεων.

Η εκκλησία, όπως και η κοινότητα, υπαγόταν διοικητικά στην αρχιεπισκοπή Αδριανούπολης, επικεφαλής της οποίας ήταν τότε ο Μεσρόπ. Ο ναός χτίστηκε σε οικόπεδο της αρμενικής κοινότητας με χρηματικές δωρεές των προυχόντων και πενιχρές εισφορές των φτωχότερων αρμενίων της πόλης μας. Στο ναό σώζεται ως σήμερα η κτητορική επιγραφή, στην οποία αναγράφεται το έτος ανέγερσης και το ποσό που διατέθηκε για την ανέγερση του ναού.

Ο αυλόγυρος αρχικά ήταν περιφραγμένος με ψηλό τοίχο. Αργότερα έγιναν επεμβάσεις και συντηρήσεις στην κεντρική είσοδο του αυλόγυρου και προστέθηκε, χάρη σε δωρεά του Γκ. Ακτεριάν, το κωδωνοστάσιο. Ωστόσο, η αλλαγή του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης, η χάραξη νέων οδών και η διαπλάτυνση των παλαιοτέρων, καθώς και η πρόσφατη ριζική ανακαίνιση (1990) έδωσαν στο ναό τη σημερινή του μορφή. Παρ’ όλα αυτά, η “αρμενική εκκλησία” θεωρείται ως ένα από τα παλιότερα κτίσματα της πόλης.

Τα δρώμενα

Η εκκλησία, παρά το ότι είναι αφιερωμένη στον άγιο Γρηγόριο τον Φωτιστή, εορτάζει στη μνήμη του αγίου Ιακώβου. Σύμφωνα με τοπική παράδοση, κάποτε έπεσε επιδημία πανούκλας στην πόλη της Κομοτηνής. Για άγνωστο σε μας λόγο οι κάτοικοι έκαναν τάμα στον άγιο Ιάκωβο να σώσει την πόλη από τη φρίκη της αρρώστιας και πράγματι η επιδημία παρήλθε. Η παροικία, κρατώντας την υπόσχεσή της, αφιέρωσε το ετήσιο “μαντάγ” (κουρμπάνι, τάμα) στον σωτήρα άγιο. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν όλα ξεχάστηκαν, το τάμα λησμονήθηκε. Τότε μια νέα επιδημία σάρωσε και πάλι την πόλη. Επειδή οι πιστοί κατάλαβαν πως η νέα συμφορά που τους βρήκε οφειλόταν στο ότι είχαν αθετήσει τον λόγο τους, ορκίστηκαν να τηρούν πιστά την ετήσια προσφορά στον άγιο και ζήτησαν για δεύτερη φορά τη βοήθειά του. Η επιδημία πέρασε και έκτοτε η εκκλησία, αν και φέρει το όνομα του αγίου Γρηγορίου, γιορτάζει την δεύτερη Κυριακή του Δεκέμβρη προς τιμήν του σωτήρα της πόλης αγίου Ιακώβου.

Το “μαντάγ” γίνεται την Παρασκευή, δυο μέρες πριν από τον εορτασμό. Οι ντόπιοι είχαν και έχουν την συνήθεια να προσφέρουν θυσία (αρνί) στον άγιο για την υγεία τους. Η προετοιμασία γίνεται ως εξής: Νωρίς το πρωί οι άντρες συγκεντρώνονται στο χώρο δίπλα από την εκκλησία ο οποίος ονομάζεται “μανταγαντούν” (=κτίσμα όπου γίνεται όλη η διαδικασία του μαντάγ) και βράζουν το κρέας μέσα σε μεγάλα καζάνια, προσθέτοντας αλάτι και λέγοντας διάφορα χωρατά. Στο παρελθόν μοιραζόταν κρέας μέσα σε ειδικά σκεύη από ορείχαλκο ή ασήμι (πολύ παλιότερα) στα σπίτια όσων είχαν  συνεισφέρει έστω και ένα μικρό χρηματικό ποσό για την αγορά των αρνιών.

Οι γυναίκες είχαν διαφορετικές αρμοδιότητες. Άλλες έπλεναν τα κρέατα, άλλες είχαν εξειδικευθεί στο βράσιμο, άλλες στον τεμαχισμό. Το βράδυ μαζεύονταν όλοι και έβαζαν τα κομμάτια σε πίτες που, στη συνέχεια, συσκευάζονταν, για να μοιραστούν το πρωί της Κυριακής στους πιστούς που συνέρρεαν και συρρέουν απ’ όλα τα μέρη κυρίως της Βόρειας Ελλάδας.

Στις 25 Δεκεμβρίου, όταν σύμφωνα με το αρμενικό εορτολόγιο γιορτάζεται η μνήμη του πρωτομάρτυρα Σουρπ Στεπάν (αγίου Στεφάνου), προσφέρεται σε όλους τους πιστούς κανταϊφι με καϊμάκι, το οποίο στο παρελθόν παρασκευαζόταν από γάλα βουβαλιού.

Το απόγευμα της Μ. Πέμπτης γίνεται η τελετή του νιπτήρα που συμβολίζει την ταπεινότητα του Χριστού προς τους μαθητές του. Ο ιερέας πλένει τα πόδια 12 παιδιών της πόλης, τα οποία φορούν μια ειδική λευκή πουκαμίσα. Σήμερα βέβαια, λόγω του μικρού αριθμού των Αρμενίων της πόλης, ο αριθμός των παιδιών είναι πολύ μικρότερος.

Η περιφορά του Επιταφίου γίνεται το απόγευμα της Μ. Παρασκευής. Στην περίοδο του μεσοπολέμου συνοδευόταν από την μπάντα του αρμενικού συλλόγου “Η Πρόοδος”, ενώ από τον πόλεμο και ως σήμερα από τη φιλαρμονική του Δήμου. Κατά την περιφορά, η πομπή σταματά μπροστά στο ναό της αγίας Παρασκευής, όπου και αναπέμπεται η καθιερωμένη ευχή και, στη συνέχεια, ο Επιτάφιος περνάει μπροστά από τον ναό του αγίου Γεωργίου απ’ όπου βγαίνουν οι ιερείς οι οποίοι αλληλοασπάζονται, ενώ το χορωδιακό της εκκλησίας ραίνει με λουλούδια τον αρμενικό επιτάφιο ψάλλοντας.

Το ίδιο τελετουργικό επαναλαμβάνεται το βράδυ, όταν ο επιτάφιος του αγίου Γεωργίου περνάει μπροστά από την εκκλησία του αγίου Γρηγορίου.

 

Τα νεκροταφεία

Η αρμενική κοινότητα της Κομοτηνής διατηρούσε ως τις αρχές του 20 ου αιώνα δύο νεκροταφεία. Το πρώτο, μικρό σε έκταση, βρισκόταν στο προαύλιο της εκκλησίας. Εκεί θάβονταν οι προύχοντες έναντι του ποσού των 50 χρυσών λιρών. Στο χώρο αυτό θάφτηκαν επίσης αρμένιοι που πέθαναν κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1877-1878 (1).

Το δεύτερο νεκροταφείο βρισκόταν στη δυτική πλευρά της πόλης, δεξιά της οδού Ξάνθης, παραπλεύρως του ποταμού Βοσβόζη, στο τέλος της σημερινής οδού Ν. Πλαστήρα. Το νεκροταφείο αυτό εγκαταλείφθηκε αναγκαστικά με τη δικαιολογία ότι βρισκόταν στο κέντρο της πόλης. Η αρμενική κοινότητα αντέδρασε, ζητώντας από τον τότε Νομάρχη να μην μεταφερθούν τα νεκροταφεία από το σημείο εκείνο. Η υπόθεση πήρε μεγάλες διαστάσεις, μάλιστα έφθασε μέχρι το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Τελικά η ελληνική κυβέρνηση στις 15 Αυγούστου 1927 διέθεσε τον χώρο όπου βρίσκονται ως σήμερα τα κοιμητήρια, δίπλα σ’ εκείνα των ελληνορθοδόξων στην τοποθεσία Χάσκιοϊ-Γιολού.

Οι Ταφόπλακες

Στο προαύλιο του ναού φυλάσσονται ορισμένες μαρμάρινες ταφόπλακες που προέρχονται από τα παλιά αρμενικά νεκροταφεία. Οι επιγραφές και οι παραστάσεις που έχουν χαραχτεί πάνω στις πλάκες αυτές παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, μολονότι τα κείμενα είναι γραμμένα στην αρχαία αρμενική, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την ανάγνωσή τους. Οι ημερομηνίες είναι γραμμένες με αρμενικούς χαρακτήρες κατά την αραμιάν (2). Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και το γεγονός ότι ορισμένα κείμενα είναι γραμμένα στα τουρκικά με αρμενικούς χαρακτήρες, ενώ άλλα τα αντίστροφο.

Αμέσως παρακάτω παραθέτουμε σε μετάφραση ορισμένες χαρακτηριστικές επιγραφές από τις ταφόπλακες που βρέθηκαν στο νεκροταφείο που βρισκόταν κοντά στον  ποταμό Βοσβόζη.

* “Ενθάδε κείται ο γιος του ιερέα Μπεντρός του Ντερ Εσαί από το χωριό Αζανταγκάν που έζησε στην πόλη Ποκρ-γκιάν ο οποίος γεννήθηκε (δυσανάγνωστο)”, * “Ενθάδε κείται ο Χότζα-Μπασί γιος το ιερέα Κρικόρ που απεβίωσε...” (η πλάκα στο σημείο αυτό είναι κατεστραμμένη), * “Ενθάδε κείται η σύζηγος του Μανουέλ από το Τεκίρνταγ (3). Μ’ εγκαταλείψατε την ορφανή στην κορυφή του βουνού το 1255”, (4) * “Του ιερέα Ντερ Κρικόρ Σιμονιάν Ιούλιος 18 ... (δυσανάγνωστο)”, * “Του ιερέα Ντερ Μωυσή”, * “Του ιερέα Ντερ Μπεντρός”, * “Εδώ έχει ταφεί ο ιερέας Ντερ Τορός Ατζεμιάν και ο ιερέας Αγαθάγγελος Ατανακινέ Τοροσιάν”.

Αυτές οι επιγραφές κατά τον Μαγκαριάν αποδεικνύουν ότι η αρμενική παροικία της Κομοτηνής έχει ιστορία περίπου 300 χρόνων. Λέγεται μάλιστα ότι στα παλιά νεκροταφεία βρέθηκε ο τάφος ενός βοσκού που ήταν περαστικός και πέθανε στην Κομοτηνή πριν από 350 χρόνια. Στην ταφόπλακα ήταν χαραγμένη η μορφή ενός έφιππου άντρα που φορούσε στο κεφάλι τσαλαματά (5) με μακρύ τζομπ (6). Δυστυχώς, η ταφόπλακα αυτή δεν σώζεται στις μέρες μας.

(1) Όπως είναι γνωστό, τα ρωσικά στρατεύματα έφθασαν μέχρι τις νότιες ακτές της Θράκης κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1877-1878. Οι αρμένιοι, επειδή είχαν ταχθεί με το μέρος των Ρώσων, απέφευγαν να απομακρυνθούν από τη συνοικία τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έθαβαν τους νεκρούς τους στο προαύλιο της εκκλησίας.

(2) Ο αριθμός με γράμματα της αρμενικής αλφαβήτου.

(3) Ραιδεστός.

(4) Η συγκεκριμένη επιγραφή είναι γραμμένη στα τουρκικά, αλλά με αρμενικούς χαρακτήρες. Το έτος 1255 του αρμενικού ημερολογίου αντιστοιχεί στο έτος 1807 ή 1808 κατά το χριστιανικό ημερολόγιο.

(5) Σαρίκι.

(6) Βέργα.

Από το βιβλίο “Οι αρμένιοι της Κομοτηνής”
του Eκπολιτιστικού Mορφωτικού Oμίλου
Αρμενίων Κομοτηνής - 2009.