Η πολύπαθη και εδαφικά ακρωτηριασμένη χώρα της Αρμενίας, βρίσκεται ως γεωγραφική σφήνα ανάμεσα στην Τουρκία και το τουρκόφωνο Αζερμπαϊτζάν. Πρόκειται για λαό αδελφικό προς τους Έλληνες, με μια τραγική κοινή διάσταση, που ενώνει τους δύο λαούς με δεσμούς διαχρονικά ακατάλυτους. Υπήρξαν αμφότεροι θύματα της γενοκτονικής πολιτικής του τουρκικού κράτους, οθωμανικού και νεοτουρκικού, με κορύφωση το κοινό δράμα στις αρχές του 20ου αιώνα. Ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιοι και άλλοι τόσοι Έλληνες, Μικρασιάτες και Πόντιοι, εξοντώθηκαν από το ίδιο μαχαίρι: αυτό της τουρκικής εθνοκάθαρσης, που έκτοτε παραμένει το ίδιο, αφού το ίδιο επεκτατιστές και βάρβαροι παραμένουν οι Τούρκοι στις δεκαετίες που παρήλθαν.
Το όνομα της χώρας στην αρμενική γλώσσα είναι “Χάικ”. Το όνομα αυτό, κατά την αρμενική παράδοση, προέρχεται από τον Χάικ, μυθικό γενάρχη των Αρμενίων και δισέγγονο του Νώε, που νίκησε τον Βαβυλώνιο βασιλιά Μπελ το 2492 π.Χ. και εγκαταστάθηκε μαζί με το λαό του στην περιοχή του όρους Αραράτ. Το όνομα εξελίχθηκε σε “Χαγιαστάν”, με την προσθήκη της περσικής κατάληξης -σταν που σημαίνει χώρα, τόπος.
Στη βυζαντινή ιστορία, συναντούμε πολλές και ποικίλες σχέσεις του αρμενικού με τον ελληνικό κόσμο, αφού Αρμένιοι αξιωματούχοι έφτασαν να γίνουν αυτοκράτορες στην Κωνσταντινούπολη. Ο χριστιανισμός, ως κοινή βάση πολιτισμού και συνεννόησης, ένωσε για πάντα τους δύο λαούς, με κορύφωση την τραγική μοίρα τους όταν δοκιμάστηκαν από τα ακονισμένα μαχαίρια των Νεότουρκων εγκληματιών.
Με το ξέσπασμα του Α Παγκοσμίου Πολέμου, οι Τούρκοι άρχισαν να βλέπουν με πρόσθετη καχυποψία τους Αρμένιους, επειδή στο ρωσικό στρατό υπήρχαν μονάδες Αρμενίων εθελοντών. Ήταν η αφορμή που γύρευαν στα πλαίσια του δόγματος “η Τουρκία στους Τούρκους”. Το Μάιο του 1915 το Οθωμανικό Κοινοβούλιο πέρασε νόμο με τον οποίο διατασσόταν η μετακίνηση των αρμενικών πληθυσμών προς τη σημερινή Συρία, καθώς θεωρούνταν απειλή για την εθνική ασφάλεια.
Κατά τη διάρκεια αυτής της “μετακίνησης” (πορείες θανάτου στην πραγματικότητα), πέθαναν ή δολοφονήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Αρμένιοι, στα γεγονότα που σήμερα καθιερώθηκαν διεθνώς να περιγράφονται με τον όρο “Γενοκτονία των Αρμενίων”. Τα γεγονότα αυτά θεωρούνται από τους Αρμένιους και από μεγάλο μέρος των Δυτικών ιστορικών ως γενοκτονία οργανωμένη από το τουρκικό κράτος. Ενάμισι εκατομμύριο αθώοι άνθρωποι εξοντώθηκαν, οι περισσότεροι γυναίκες και παιδιά, σε μια γενοκτονία απόλυτα οργανωμένη από το τουρκικό κράτος. Ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας, θεωρείται η 24η Απριλίου, όταν και ξεκίνησαν οι διωγμοί κατά των Αρμενίων.
Τη γενοκτονία των Αρμενίων έχουν αναγνωρίσει δεκάδες κράτη σε ολόκληρο τον πλανήτη, προκαλώντας κάθε φορά την οργή των Τούρκων ηγετών. Διότι οι Γερμανοί, και αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά, μετανόησαν, απολογήθηκαν δημόσια, αποζημίωσαν (και ακόμα αποζημιώνουν) τους Εβραίους για το ολοκαύτωμα του Β Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι Τούρκοι απλώς κωφεύουν, και κανείς δεν αμφιβάλλει πως είναι έτοιμοι να ξανακάνουν τα ίδια. Αρκεί να θυμηθούμε τι επιφύλαξαν στον μικρασιατικό και στον κυπριακό Ελληνισμό.
Μετά τη Γενοκτονία, η Αρμενία (ή καλύτερα όση και όσοι είχαν απομείνει) ανεξαρτητοποιήθηκε το 1918. Η Συνθήκη των Σεβρών, που υπογράφηκε από τους νικητές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την Υψηλή Πύλη στις 10 Αυγούστου 1920, αναγνώριζε την ύπαρξη της Δημοκρατίας της Αρμενίας, και προέβλεπε την προσθήκη σε αυτήν επιπλέον των εδαφών της οθωμανοκρατούμενης Αρμενίας. Η Συνθήκη, παρ’όλα αυτά, ενώ επιδίκαζε και τη Σμύρνη και την ενδοχώρα της στην Ελλάδα, απορρίφθηκε ως γνωστόν από το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ.
Το 1920 οι τουρκικές εθνικιστικές δυνάμεις του Κεμάλ εισέβαλαν στην αποδεκατισμένη πληθυσμιακά Δημοκρατία της Αρμενίας, και έτσι ξεκίνησε ο τουρκοαρμενικός πόλεμος. Οι Αρμένιοι αντιστάθηκαν ηρωικά, σε αγώνα άνισο και με προδιαγεγραμμένο τέλος. Νέες εκατόμβες νεκρών στήθηκαν, ενώ ο άμαχος πληθυσμός πλήρωσε νέο φόρο αίματος.
Οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν τα εδάφη που είχε προσαρτήσει η Ρωσία μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877, καθώς και το Αλεξαντροπόλ (το σημερινό Γκιουμρί). Οι συγκρούσεις τελείωσαν με τη Συνθήκη του Αλεξαντροπόλ, που υπογράφηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1920.
Η συνθήκη ανάγκασε την Αρμενία να αφοπλίσει το μεγαλύτερο μέρος του στρατού της, να επιστρέψει στην Τουρκία περισσότερα από το 50% των προπολεμικών εδαφών της και να εγκαταλείψει τις αξιώσεις για αρμενικό κράτος.
Είναι σημαντικό, όσο και συγκινητικό, ότι ενώ η Αρμενία κυριολεκτικά χαροπάλευε, διαπιστωνόταν συμμετοχή αρμενικών δυνάμεων στον ελληνικό στρατό κατά τη μικρασιατική εκστρατεία, όπως η συμμετοχή της Αρμενικής Λεγεώνας με τον στρατηγό Τορκόμ, και των Αρμενίων εθελοντών από την περιοχή Χατζίν, υπό τη διοίκηση του Αράμ Γκαιτζάκ. Ομοίως, οι χιλιάδες Αρμένιοι που κατέφτασαν ως πρόσφυγες στην παλαιά Ελλάδα μετά την τραγωδία του 1922, συμμετείχαν σε κάθε μεγάλη στιγμή του Έθνους (από την εποποιία του 1940 και την εθνική αντίσταση, έως τον πόλεμο του 1974).
Μόνο το 1991, όταν η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε, η Αρμενία έπαψε να είναι μέρος της και έγινε ξανά ανεξάρτητο κράτος. Διακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 23 Αυγούστου του 1991.
Όμως, τα πρώτα χρόνια εκτός Σοβιετικής Ένωσης σημαδεύτηκαν από οικονομικές δυσκολίες καθώς και από τον πόλεμο στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, ανάμεσα στους Αρμένιους και τους Αζέρους. Ο πόλεμος του Καραμπάχ τελείωσε το 1994.
Ο πόλεμος αυτός θεωρήθηκε νικηφόρος για τους Αρμένιους του Καραμπάχ, αφού στο τέλος της σύγκρουσης έλεγχαν το 14% του εδάφους του Αζερμπαϊτζάν. Επρόκειτο ωστόσο για έκταση που ανήκε ιστορικά στην Αρμενία και κατοικούνταν από Αρμένιους. Για τον αρμενικό λαό, το Ναγκόρνο Καραμπάχ είναι και συμβολίζει ότι συμβολίζει για εμάς η Κύπρος. Είναι η έπαλξη αντίστασης, το προκεχωρημένο φυλάκιο κατά του προαιώνιου εχθρού τους, είτε μιλάμε για Τούρκους, είτε για Αζέρους. Τους τελευταίους εξάλλου, μέχρι και σήμερα οι Αρμένιοι τους αποκαλούν ευθέως “Τούρκους”, μη διαχωρίζοντας τους από εκείνους του τουρκικού κράτους.
Ένα σημαντικό νέο των τελευταίων ημερών, αποτελεί η απόφαση της Αρμενίας να ενταχθεί στην τελωνειακή ένωση με επικεφαλής τη Ρωσία. Αυτό συμφώνησαν στη συνάντηση που είχαν στις αρχές Σεπτεμβρίου 2013 οι πρόεδροι των δύο χωρών στη Μόσχα.
“Ανταλλάξαμε απόψεις για θέματα όπως η ευρασιατική ολοκλήρωση και επιβεβαίωσα την ευχή της Αρμενίας να ενταχθεί στην τελωνειακή ένωση και να συμμετάσχει στη διαδικασία σχηματισμού της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης” δήλωσε ο Πρόεδρος της Αρμενίας Σερζ Σαρκισιάν.
Παράλληλα, η Αρμενία προσπαθεί να ενισχύσει και τη σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε μια προσπάθεια να “νιώσει” περισσότερο ευρωπαϊκή, αφού η απειλή του Αζερμπαιτζάν παραμένει υπαρκτή, και ο διακηρυγμένος στόχος του Μπακού είναι να απωθηθούν οι αρμενικές στρατιωτικές δυνάμεις από το Ναγκόρνο Καραμπάχ.
Στην πραγματικότητα, οι Αζέροι ποτέ δεν “χώνεψαν” την ήττα τους από τους Αρμένιους στον αιματηρό πόλεμο που διεξήχθη στο Καραμπάχ, και είναι κοινό μυστικό πως επανεξοπλίζονται για να πάρουν τη ρεβάνς...
Στρατιωτική συνεργασία
Η σχέση λοιπόν Ελλήνων και Αρμενίων είναι στενή, όσο κοινή ήταν και η μοίρα τους. Έχοντας κοινά σύνορα επί αιώνες, ο ελληνικός και ο αρμενικός κόσμος, ο Ελληνισμός και ο Αρμενισμός, αρμονικά συνυπήρξαν, αρμονικά συνεργάστηκαν και πολέμησαν από κοινού.
Ακόμα και όταν, ως συνέπεια του τουρκικού γενοκτονικού επεκτατισμού, απομακρύνθηκαν τα σύνορα της μιας χώρας από την άλλη, τα δύο έθνη διατήρησαν τις παραδόσεις φιλίας και κοινών αγώνων. Είναι σημαντικό το γεγονός, πως η στρατιωτική συνεργασία έπαιξε επί σειρά αιώνων σπουδαιότατο ρόλο στις διμερείς σχέσεις. Ως γειτονικοί λαοί, οι Αρμένιοι και οι Έλληνες αγωνίστηκαν μαζί ενάντια στον κοινό εχθρό: τους Τούρκους.
Αυτό και μόνο, καθώς και η στρατηγική θέση της Αρμενίας στα “μετόπισθεν” της Τουρκίας βάσει της δικής μας οπτικής θεώρησης, θα έπρεπε να κάνει την Ελλάδα και τις κυβερνήσεις της να επιζητούν την βαθύτερη δυνατή σχέση με την Αρμενία. Έχουμε δηλαδή έναν δυνητικό σύμμαχο, στην πλάτη των Τούρκων, που πρέπει να είναι σύμμαχός μας όσο λίγες χώρες στον πλανήτη.
Σήμερα η συμμαχία μεταξύ των δύο λαών σε συναισθηματικό επίπεδο εμφανίζεται ενισχυμένη, αλλά και οι διακρατικές στρατιωτικοπολιτικές συμμαχικές σχέσεις βαίνουν σε καλή πορεία. Ειδικά στον χώρο της άμυνας και των ενόπλων δυνάμεων, υπάρχουν οι συνθήκες και οι σταθερές μιας διμερούς στρατιωτικής συνεργασίας.
Για λόγους ευνόητους, δεν πρόκειται να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες. Μπορεί όμως να χαραχθεί πολιτική εμβάθυνσης της στρατιωτικής συνεργασίας Ελλάδας και Αρμενίας, από κοινού και με την Κύπρο, για λόγους που ο καθένας μπορεί να φανταστεί. Έλληνες και Αρμένιοι έχουν συμβαδίσει για αρκετό χρόνο, γεγονός που -ψυχολογικά και ιστορικά- εδραιώνει και καθιστά μάλλον απαραίτητη την ισχυροποίηση της παρούσας στρατιωτικής συνεργασίας.
Η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες, που, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, άνοιξε διάπλατα τις πύλες των ανωτάτων στρατιωτικών ιδρυμάτων της για την εκπαίδευση των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων της ανεξάρτητης πλέον, αλλά και δοκιμαζόμενης Αρμενίας. Στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ) και στη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΣΑΣ) σπουδάζουν μέχρι σήμερα φοιτητές των Ενόπλων Δυνάμεων της Δημοκρατίας της Αρμενίας, ενώ τα τελευταία δώδεκα χρόνια έχουν στελεχώσει τις τάξεις των δυνάμεων αυτών 130 περίπου Αρμένιοι αξιωματικοί, απόφοιτοι των ανώτατων ελληνικών ιδρυμάτων στρατιωτικής εκπαίδευσης.
Σε αντίθεση με το παρελθόν, οι απόφοιτοι Αρμένιοι αξιωματικοί μετεκπαιδεύονται στη Σχολή Πεζικού στη Χαλκίδα, στη Σχολή Μηχανικού στο Λουτράκι, όπως επίσης στη Σχολή Πολέμου και Εθνικής Άμυνας. Παράλληλα στο σχήμα του σταθμεύοντος Ελληνικού Ειρηνευτικού Σώματος στο Κοσσυφοπέδιο περιλαμβανόταν αρμενική ειρηνευτική μονάδα, οι αξιωματικοί της οποίας προέρχονται κατά κύριο λόγο από τους αποφοίτους της Σχολής Ευελπίδων.
Βεβαίως, η στρατιωτική συνεργασία των δύο κρατών περιλαμβάνει και άλλες, πολύ πιο ουσιαστικές δράσεις, και η αλληλοβοήθεια είναι σε εξέλιξη, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορούν να γραφτούν επ’ αυτού περισσότερα.
Ελλάδα, Κύπρος και Αρμενία: από
δυνητικοί, στρατηγοί πλέον σύμμαχοι
Το 1922, ένας σπουδαίος Ελληνοαρμένιος διανοούμενος, ο Ασαντούρ Μακαριάν, είχε γράψει: “Οι δεσμοί μεταξύ Αρμενίων και Ελλήνων θα μείνουν ακατάλυτοι, διότι γνωρίζουμε ότι η εξ αίματος αδελφοσύνη παραμένει η πολυτιμότερη και ανεξίτηλη”.
Η παραπάνω ρήση είναι πραγματικά επίκαιρη, καθώς οι θυσίες που έχουν γίνει και από τις δυο μεριές είναι μεγάλες, γεγονός που σήμερα αξιολογείται δεόντως. Τα οικονομικά συμφέροντα και οι επιλογές, όπως στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο, δεν μπορούν να επισκιάσουν τις σχέσεις των δυο χωρών. Ωστόσο, σε κυβερνητικό επίπεδο στην Αθήνα, παρατηρείται απροθυμία να διευρυνθούν οι ελληνοαρμενικές σχέσεις, για να μην αντιδρούν διάφοροι “τρίτοι” και βεβαίως για να μην ενοχλείται η Τουρκία.
Έτσι, παραμένει εν πολλοίς (και σε πολλούς...) ανεξήγητη η πρόσφατη σπουδή της ελληνικής κυβέρνησης να “παραδώσει” την ΔΕΣΦΑ στην αζέρικη “Socar”. Δεν γνωρίζουν οι κύριοι Σαμαράς, Αβραμόπουλος και Βενιζέλος πως έτσι γινόμαστε ενεργειακοί όμηροι της Τουρκίας, που είναι ο πάτρωνας του Αζερμπαϊτζάν; Δεν γνωρίζουν ότι το Αζερμπαϊτζάν είναι από τα ελάχιστα κράτη στον κόσμο που διατηρεί σχέσεις και “πρεσβεία” στην κατεχόμενη Λευκωσία;
Με αδελφά κράτη όπως η Αρμενία, είμαστε “καταδικασμένοι” από την ιστορία να είμαστε σύμμαχοι, και το ελληνικό εθνικό συμφέρον επιτάσσει να προσπαθούμε να αναπτύξουμε όσο περισσότερο γίνεται τη στρατιωτική συνεργασία. Σήμερα, η συνεργασία αυτή είναι το πιο σημαντικό επίτευγμα στις διακρατικές μας σχέσεις. Αυτό που μας ενώνει, δεν είναι απλά η ύπαρξη κοινού εχθρού και κοινής απειλής, αλλά και τα κοινά συμφέροντα και οι κοινές προτεραιότητες.
Πρέπει να πυκνώσουν επαφές όπως η προ ολίγων εβδομάδων επίσημη επίσκεψη στην Αρμενία του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας στρατηγού Μιχ. Κωσταράκου, κατόπιν πρόσκλησης του Αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, στρατηγού Γιούρι Χατσαντουρόφ. Ο Έλληνας Αρχηγός ΓΕΕΘΑ έγινε δεκτός από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας της Αρμενίας Σερζ Σαρκισιάν, κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο Γενοκτονίας των Αρμενίων, επισκέφθηκε το ομώνυμο Μουσείο και ξεναγήθηκε στους χώρους του Πατριαρχείου Αρμενίας. Το σημαντικό σε αυτή την επίσκεψη ήταν όμως το Πρόγραμμα Στρατιωτικής Συνεργασίας (ΠΣΣ) μεταξύ των δυο χωρών για το έτος 2014.
Η Ελλάδα (και μαζί και η Κύπρος) χρειάζονται πολυσχιδή εξωτερική πολιτική, για να αντιμετωπίσουν την πολύπλευρη κρίση που διέρχονται. Χρειάζονται συμμάχους. Και η Αρμενία είναι ίσως ο πλέον ανιδιοτελής και ειλικρινής φίλος μας, στην ευρύτερη περιοχή, κάτι που το έχει αποδείξει. Αν υπήρχε σοβαρή εξωτερική πολιτική, η Αθήνα θα σχεδίαζε και θα προχωρούσε στην δημιουργία ορθόδοξου άξονα (με Σερβία, Βουλγαρία, Κύπρο, Ουκρανία, Ρωσία, Αρμενία), ώστε να μεταφέρει την “μπάλα” στην περιοχή της Τουρκίας, ως αντιπερισπασμό στα νεο-οθωμανικά οράματα ισλαμοποίησης των Βαλκανίων.
Μόνο που ενώ η τουρκική διείσδυση προχωρά (ιδίως σε Αλβανία και Βοσνία), η ελληνική εξωτερική πολιτική παραμένει αδρανής “λόγω κρίσης”. Μόνο που φοβικοί και αδρανείς ήμασταν και πριν την οικονομική κρίση και -φοβόμαστε- θα παραμείνουμε εσαεί. Το παράδειγμα αυτό αναφέρεται ως υπόθεση εργασίας, ώστε να καταδειχθεί μια μόνο πτυχή (από τις πολλές) όπου η Αρμενία θα μπορούσε να φανεί πολύτιμη για την ελληνική ασφάλεια, ως μέρος ενός μπλοκ όλων των κρατών που νιώθουν την τουρκική απειλή.
Το διάτρητο “ανήκομεν εις την Δύσιν”, μας έχει κάνει να ξεχνάμε να κοιτάμε προς ανατολάς. Ενίοτε “δεν επιτρέπεται” κιόλας, όπως πολλάκις τόσο στο παρελθόν όσο και πρόσφατα καταδείχτηκε. Και είναι κρίμα, όταν εκεί, στην καθ’ ημάς Ανατολή, περιμένουν φυσικοί σύμμαχοι του Ελληνισμού να συμπράξουν μαζί μας, προς κοινό όφελος και προς χάρη κοινών συμφερόντων.
Γράφει ο Ευαγόρας Κωνσταντίνου
“ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΉ” - τεύχος 230