Σήμερα θα λέγαμε ότι ο γιατρός Φρίντριχ Βίλχελμ φον Πάροτ ήταν αλπινιστής, αλλά πέθανε τριάντα χρόνια προτού καθιερωθεί αυτός ο όρος (1875) και δεν ξέρουμε ποια ονομασία έδιναν τότε σ’ αυτήν την κακιά συνήθεια, την ανάβαση δηλαδή στα βουνά. Ωστόσο γνωρίζουμε το άλλοθί του: η επιστήμη.
Γιος ενός λαμπρού γερμανού φυσικού και θεολόγου, ο Φρίντριχ Πάροτ, που είχε πάει στην αυλή του τσάρου Αλέξανδρου Α΄, δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του ν’ ανέβει σ’ ένα βουνό χωρίς επιστημονικό στόχο. Ειδικός στη «στάθμιση» δεν αποχωριζόταν ποτέ το εύθραυστο βαρόμετρό του που του επέτρεπε να μετράει με ακρίβεια το υψόμετρο. Είχε λοιπόν ξεκινήσει να εξερευνήσει και να χαρτογραφήσει τον Καύκασο το 1811, σε ηλικία 20 ετών. Μια χιονοθύελλα τον είχε σταματήσει λίγο πριν την κορυφή του όρους Κάσμπεκ (5.047μ.). Σε μια ξαστεριά, είχε δει «πολύ μακριά προς το νότο μια πολύ ψηλή και μοναχική κορυφή – σίγουρα το ασημένιο στεφάνι του Αραράτ». Η εικόνα είχε εντυπωθεί στο μυαλό του, ο Πάροτ την περιέγραψε στο Ταξίδι προς το Αραράτ: σε ηλικία 20 ετών ήλπιζε ν’ ανέβει στο βουνό της Γένεσης – στ’ όνομα της επιστήμης και παρά τη δοξασία κάποιων για τους οποίους η παρουσία της κιβωτού του Νώε καθιστούσε την κορυφή απλησίαστη.
Τα επόμενα χρόνια ο Πάροτ υπηρέτησε στον τσαρικό στρατό εναντίον του Ναπολέοντα και είχε γίνει καθηγητής φυσικής ιστορίας και φιλοσοφίας στο αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο του Ντόρπατ (σημερινό Ταρτού) στην Εσθονία. Μέσα σ’ ένα καλοκαίρι είχε διασχίσει τα Πυρηναία από τον Ατλαντικό ως τη Μεσόγειο, σταματώντας κάθε δυο ώρες για να μετρήσει το υψόμετρο. Η διάσχιση είχε διαρκέσει επτά εβδομάδες, χρόνος που φανταζόμαστε ότι αν τον κρίνουμε από αθλητική σκοπιά κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητος ήταν o Αλπινισμός; Ο Έντουαρντ Πεκ, που αφιερώνει στον Πάροτ ένα ωραίο άρθρο στο The Alpine Journal, σχολιάζει: «Έζησε πριν η χαρά του βουνού γίνει της μόδας και υποσκελίσει τις σχολαστικές απαιτήσεις της επιστήμης».
Πρώτη απόπειρα ανάβασης στο βουνό
Στις αρχές του 1829, παρουσιάζεται επιτέλους η ευκαιρία της ζωής του. Ο τσάρος Νικόλαος Α΄, τέσσερα χρόνια μετά την άνοδό του στο θρόνο, αντιμετωπίζει τους Τούρκους και εξασφαλίζει τον έλεγχο του όρους Αραράτ, που η Ρωσία διεκδικούσε μέχρι τότε από την Οθωμανική και την Περσική αυτοκρατορία. Ο Φρίντριχ Πάροτ εγκαταλείπει το Ντόρπατ, διασχίζει τη δυτική Ρωσία από τη Βαλτική ως τον Καύκασο δια μέσου της πεδιάδας του Δον και της καλμουχικής στέπας.
Στις αρχές του φθινοπώρου, μετά από ενάμισι μήνα καραντίνας στα περίχωρα του Ερεβάν λόγω επιδημίας πανούκλας, ο Πάροτ γίνεται δεκτός στο μοναστήρι του Ετσμιατζίν από τον Καθολικό της αρμενικής Εκκλησίας. Χάρις στις προνομιακές σχέσεις του πατέρα του με τον τσάρο, κατάφερε να χρηματοδοτήσει μια πραγματική αποστολή που περιελάμβανε ένα στρατιωτικό ακόλουθο και τέσσερις επιστήμονες: ένα ορυκτολόγο, ένα αστρονόμο και δυο φοιτητές της ιατρικής. Ένας νεαρός διάκονος, ο Χατσαντούρ Αποβιάν, προσλαμβάνεται ως διερμηνέας. Εξηγεί τη σημασία των δυο ξύλινων λειψάνων που τους επιδεικνύονται: το ένα είναι τμήμα από το δόρυ ενός ρωμαίου στρατιώτη που ήταν παρών κατά τη σταύρωση του Χριστού και το άλλο ένα κομμάτι από την κιβωτό του Νώε.
Σύμφωνα με την παράδοση, αυτό το τελευταίο είχε μεταφερθεί από ένα μοναχό που είχε πάει προς την κορυφή του όρους Αραράτ πριν από χίλια χρόνια. Όταν τη νύχτα ο μοναχός αποκοιμήθηκε, ένας άγγελος είχε εμφανιστεί στον ύπνο του και του είχε δώσει το ξύλινο αντικείμενο εξηγώντας του ότι η πίστη του τους είχε απαλλάξει, αυτόν και τους ομοθρήσκους του, από την υποχρέωση ν’ ανέβουν στο όρος Αραράτ. Έκτοτε, οι Αρμένιοι θεωρούν την ιερή κορυφή άβατο.
Παρόλα αυτά, ο Πάροτ και οι σύντροφοί του κατευθύνονται προς τη βορειοδυτική βουνοπλαγιά του όρους και διασχίζουν τον ποταμό Αράξη – που θα σφραγίσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τα ερμητικά σύνορα της σοβιετικής αυτοκρατορίας. Στήνουν την κατασκήνωση βάσης σε υψόμετρο 2.400 μέτρων, κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Ιακώβου (καταστράφηκε το 1840 από σεισμό), στο σημείο όπου ο προφήτης Νώε λέγεται ότι φύτεψε την πρώτη άμπελο για να δοξάσει το Θεό επειδή κατέβηκε σώος και αβλαβής από την κορυφή μετά τον Κατακλυσμό.
Μια πρώτη απόπειρα τους οδηγεί, μετά από μια παγερή νύχτα, μέχρι το υψόμετρο των 4.700 μέτρων. Τότε δεν υπήρχαν κραμπόν (τα ειδικά καρφιά που προσαρμόζονται κάτω από τις μπότες). Στην κατάβαση πάνω στο παγωμένο χιόνι, ο Πάροτ χάνει την ισορροπία του καθώς παρασύρεται από το σύντροφό του. Γλιστρούν πέφτοντας σε βράχους μερικές δεκάδες μέτρα πιο κάτω. Οι δυο άνδρες είναι σώοι, αλλά το βαρόμετρο έχει σπάσει. Αποφασίζουν, καθώς η δεισιδαιμονία περιβάλλει την κορυφή, να μην αναφέρουν τίποτα σε κανένα Αρμένιο για την πτώση.
Ο Πάροτ δεν είναι ο τύπος του ανθρώπου που το βάζει κάτω. Το βαρόμετρο επισκευάζεται και οργανώνεται μια δεύτερη επιχείρηση προς την κορυφή. Αυτή τη φορά θα μετέφεραν ένα βαρύ ξύλινο σταυρό (το μεγαλύτερο από τα δυο δοκάρια έχει μήκος 3,50 μέτρα και πάχος 15 εκατοστά), που είχε προσφέρει στο Νικόλαο Α΄ ο κόμης Πάσκεβιτς του Ερεβάν, ο οποίος είχε αγοράσει για λογαριασμό του τσάρου εκτάσεις γύρω από το Αραράτ. Ο σταυρός έχει ευλογηθεί από τον αρχιμανδρίτη και έχει φορτωθεί πάνω σε δυο βόδια.
Τρεις ρώσοι στρατιώτες και τέσσερις αρμένιοι χωρικοί έχουν στρατολογηθεί και τραβούν το σταυρό με σχοινιά κάθε φορά που τα βόδια κουράζονται. Η όλη επιχείρηση σταματάει στους πρόποδες μιας χιονισμένης πυραμίδας όπου, γράφει ο Πάροτ, «κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν είχε ανέβει ποτέ μέχρι τότε από την εποχή του Νώε». Το βαρόμετρο δείχνει 4.900 μέτρα. Ο σταυρός υψώνεται και αποφασίζεται η κατάβαση, δεύτερη αποτυχία. Επί μια εβδομάδα επικρατεί κακός καιρός στο όρος Αραράτ, οπότε αποσύρονται στο μοναστήρι του Αγίου Ιακώβου για να συνέλθουν από τις κακουχίες τρώγοντας πέστροφες και αγριογούρουνα που κυνηγούν οι κοζάκοι.
Η κατάκτηση της κορυφής
Τελικά ο καιρός καλυτερεύει, μια ομάδα δέκα ατόμων επιχειρεί την τρίτη προσπάθεια. Κατασκευάζουν ένα ελαφρύτερο και μικρότερο σταυρό πάχους 5 εκατοστών. Ο καιρός είναι γλυκός, χιονίζει, όλοι οι Αρμένιοι νηστεύουν, κάποιοι γυρίζουν πίσω. Την επομένη, 9 Οκτωβρίου 1829 στις 15: 15, έξι απ’ αυτούς πατάνε την κορυφή σε υψόμετρο 5.165 μέτρων. Ο Πάροτ πανηγυρίζει: «Αυτοί οι αιώνιοι πάγοι των οποίων καμιά πέτρα, κανένας βράχος δεν μπορεί να διασπάσει την ενότητα, είναι η λιτή ασημένια κορυφή του παλιού Αραράτ». Η στιγμή είναι σημαντική. Ο Αποβιάν, ο διερμηνέας, που ανέβηκε όλη τη διαδρομή με άδειο στομάχι, ντυμένος με το ράσο του, ανέλαβε την πρωτοβουλία να στήσει το σταυρό με τέτοιο τρόπο ώστε ο αστρονόμος Φεντέροφ, που είχε μείνει στο μοναστήρι, να μπορέσει να μετρήσει το υψόμετρο (πέφτει έξω κατά 80 μέτρα). Ο στρατιώτης Σαλπάνοφ, του 41ου συντάγματος ακροβολιστών, φοράει τη μεγάλη του στολή και τα παράσημά του κάτω από την κάπα. Η ομάδα πίνει στην υγεία του πατριάρχη Νώε. Βέβαια, δεν υπάρχει κανένα ίχνος της κιβωτού στην κορυφή, αλλά ο Πάροτ αφήνει μια πόρτα ανοιχτή: μπορεί να προσάραξε ανάμεσα στις δυο κορυφές του βουνού ή να είναι θαμμένη κάτω από τον πάγο.
Αν η ξεροκεφαλιά είναι δεδομένη, η πίστη είναι ακόμη μεγαλύτερη. Την ανάβαση παρακολούθησαν από κάτω και υπάρχουν έξι μάρτυρες. Αλλά πολύ γρήγορα, η εφημερίδα της Τιφλίδας που δημοσίευσε την αφήγηση του Πάροτ απηχεί τις φήμες που διαδίδονται. Βεβαιώνουν (εξ άλλου το κάνουν εδώ και χίλια χρόνια), ότι η ανάβαση στο ιερό βουνό είναι αδύνατη. Ο Πάροτ αγανακτισμένος ζητάει από όλους τους συντρόφους του να καταθέσουν ενόρκως. Οι δυο στρατιώτες προθυμοποιούνται χωρίς να βγάλουν άχνα, αλλά οι δυο αρμένιοι χωρικοί, αγράμματοι, δίνουν κατάθεση με τη βοήθεια ενός ιερέα. Συντάσσεται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργήσει σύγχυση ανάμεσα στους δυο σταυρούς και ν’ αφήσει να εννοηθεί ότι «η απότομη πλαγιά, τελείως παγωμένη», εμπόδισε την ομάδα να φθάσει στην κορυφή. Ένας άλλος χωρικός, που δεν συμμετείχε στην τελική προσπάθεια, βεβαιώνει με όρκο ότι «η ανάβαση είναι αδύνατη εξ αιτίας του ψύχους που εμποδίζει την αναπνοή», ενώ «οι παγωμένες πλαγιές ορθώνονται ως τείχη».
Όσον αφορά το νεαρό διάκονο Αποβιάν, κατέθεσε προφανώς με υψωμένη φωνή υπέρ του γερμανού επιστήμονα. Ο Πάροτ, πράγματι, έγινε ανάδοχός του για να σπουδάσει κοντά του στο Ντόρπατ. Έζησε πολλά χρόνια, διαποτισμένος με τη ρωσική παιδεία, πριν επιστρέψει στην Τιφλίδα για να διδάξει. Σοκαρισμένος από τη ρωσική ανάμειξη στη χώρα του από το 1840, πήρε την πένα. Με το μυθιστόρημά του Οι πληγές της Αρμενίας, θεωρείται ως ένας από τους πατέρες της σύγχρονης αρμενικής λογοτεχνίας.
Ένα πράγμα που ο Φρίντριχ Πάροτ είχε καταλάβει καλά, είναι ότι «η μη ανακάλυψή του» στην κορυφή ήταν κάτι το ανυπόφορο: «Όλοι οι Αρμένιοι είναι σταθερά πεπεισμένοι ότι η κιβωτός του Νώε παραμένει μέχρι σήμερα στην κορυφή του Αραράτ», θα γράψει. Και έτσι καταλάβαινε την απαγόρευση προς τον οποιονδήποτε να πλησιάσει. Έπρεπε η πίστη να διαφυλαχθεί.
Το όρος Αραράτ, λίκνο της κιβωτού του Νώε: η εικόνα είναι πανέμορφη για να διαταραχθεί από ένα οποιοδήποτε συμβάν. Το καλοκαίρι, οι αιώνιοι παγετώνες του δονούν τον καυτό αέρα της πεδιάδας θυμίζοντας ότι κηδεμονεύει τις ψυχρές μάζες της ατμόσφαιρας, εκεί όπου ευχαρίστως τοποθετούμε τους θεούς μας. Όπως το ξυπνοπούλι της γέφυρας Άλμα που αποκαλύπτει το επίπεδο της στάθμης του Σηκουάνα, έτσι κι αυτό μαρτυρεί το ύψος του Κατακλυσμού, από τον οποίο ο Νώε, η οικογένειά του (εμείς δηλαδή) και ορισμένα επιλεγμένα είδη επέζησαν εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια.
Είναι ένας τέλειος κώνος σύνορο-ορόσημο Ανατολής-Δύσης στο δρόμο για τις Ινδίες, επιτηρώντας, πέρα από τον ποταμό Ευφράτη, την Μεσοποταμία και τις απαρχές του πολιτισμού. Οι καμπύλες του διαγράφουν στον χάρτη ομόκεντρους κύκλους, όπως η πέτρα που βυθίζεται στο νερό, όπως η ανάμνηση των παλαιών ταραχών ή η αναγγελία αυτών που επέρχονται: αρμενικό σύμβολο σφηνωμένο στην τουρκική επικράτεια, το ανενεργό ηφαίστειο δεν είναι ειρηνικό παρά φαινομενικά. Θρηνούμενο από την Αρμενία βόρεια, το όρος Αραράτ δεσπόζει νότια των ερειπωμένων εκκλησιών και των κουρδικών χωριών όπου περιπολούν αγανακτισμένοι τούρκοι στρατιώτες.
Οι αναβάσεις επιτρέπονται κατά τρόπο επεισοδιακό, από το 1982, κι ένας τουρκικός τουριστικός οδηγός του 1990 έγραφε: «Σημειώστε κατηγορηματικά ότι μόνο ο δρόμος από τα νότια επιτρέπεται. Οι ομάδες των ορειβατών που απομακρύνονται προς άλλες κατευθύνσεις εκτίθενται στα πυρά των στρατιωτικών περιπόλων χωρίς προειδοποίηση». Στο Ντογούμπαγιαζιτ, τον προσωρινό ορειβατικό σταθμό του όρους Αραράτ, νότια, τα ταξιδιωτικά γραφεία ανέστειλαν τις δραστηριότητές τους μετά από δέκα χρόνια πλήρους απαγόρευσης. Πολύ εύκολο για να προσελκύσει πολλούς αλπινιστές, το Αραράτ είναι το επίκεντρο μιας πολύ ασταθούς περιοχής για επένδυση από τους τουριστικούς πράκτορες. Αλλά υπάρχουν άλλοι τουρίστες που θα αρκούσαν σχεδόν για να εξασφαλίσουν ένα κεφάλαιο κίνησης: η αδελφότητα των ερευνητών της χαμένης κιβωτού.
Για ορισμένους χριστιανούς, πράγματι, η ανακάλυψη της κιβωτού έχει γίνει εμμονή. (Οι εβραίοι ούτε που το σκέφτονται και οι μουσουλμάνοι φαντάζονται μάλλον ότι η κιβωτός του Νουχ, ενός από τους πέντε κύριους προφήτες του ισλάμ, προσάραξε στο όρος Τζούντι, κοντά στη Μοσούλη – σουράτ 11). Από το 1916 που ένας ρώσος πιλότος εντόπισε ένα είδος κελύφους κοντά στην κορυφή, ανιχνεύσαμε πολύ τον παγωμένο θόλο, που έχει αρκετά στενέψει τα τελευταία χρόνια. Ένας ισπανός ορειβάτης βρήκε ένα ξύλινο κομμάτι σε μια κρεβάς (σχισμή) το 1952. Ο αμερικανός αστροναύτης Τζέιμς Ίρβιν πίστεψε στο αδύνατο, εφόσον είχε περπατήσει στη Σελήνη, αλλά οι δυο ερευνητικές αποστολές του, στα χρόνια του 1980, δεν είχαν καμιά επιτυχία. Ένας άγγλος τυχοδιώκτης κατάφερε να προσελκύσει εύπιστους τουρίστες σ’ ένα φυσικό βραχώδη σχηματισμό νότια του βουνού που έμοιαζε αόριστα σ’ ένα απολιθωμένο καράβι. Το 2004, ένας επιχειρηματίας από τη Χονολουλού, ο Ντάνιελ Μακγκίβερν, αγόρασε δορυφορικές φωτογραφίες της κορυφής και ανακοίνωσε ότι ήταν έτοιμος να προσφέρει ένα εκατομμύριο δολάρια για μια αποστολή που θα εξερευνήσει την «ανωμαλία του Αραράτ», μια σκούρα κηλίδα κάτω από τον παγετώνα κοντά στην κορυφή – που αποδείχθηκε ότι ήταν μια απλή κηλίδα σκούρου πάγου. Όλοι αυτοί δεν έχουν αποδείξει πολλά πράγματα, εκτός ίσως ότι η επιστήμη δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τη θρησκεία.
Το 1877, ο Τζέιμς Μπράις πέτυχε μόνος του την τρίτη ανάβαση στο όρος Αραράτ. Έφερε ένα κομμάτι ξύλου από την κορυφή που γι’ αυτόν δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα υπόλειμμα από την κιβωτό του Νώε. Πιθανότατα, προερχόταν από ένα κομμάτι των δυο σταυρών που μεταφέρθηκαν μισό αιώνα πριν από την αποστολή του Φρίντριχ Πάροτ.
Απόδοση και επιμέλεια: Σαρκίς Αγαμπατιάν*
* Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στη γαλλική εφημερίδα Le Monde στις 02.08.06 με την υπογραφή του Charlie Buffet.