(Μέρος Β’) Οργάνωση και αρμοδιότητες
Ποιες είναι, όμως, οι δομές των κοινοτήτων της διασποράς και πως λειτουργούν αυτές; Από πού αντλούν τις όποιες αρμοδιότητές τους;Πρέπει να διευκρινίσουμε ευθύς εξ αρχής πως η αρμενική διασπορά δεν διαθέτει μέχρι τώρα ένα κεντρικό συντονιστικό όργανο που να εκφράζει σε τριτοβάθμιο επίπεδο τους στόχους της και να γεφυρώνει ή να υπερβαίνει τις όποιες κρίσεις της. Τούτο δεν σημαίνει βέβαια ότι η κάθε παροικία λειτουργεί εντελώς αυτόνομα. Συντονιστικό και εποπτικό ταυτόχρονα ρόλο ασκούν στις μεν κοινότητες που υπάγονται στο Ύπατο Πατριαρχείο των Αρμενίων (Ετσμιατζίν) το Ανώτατο Συμβούλιο του Πατριαρχείου (Գերագոյն Խորհուրդ), στις δε αντίστοιχες που υπάγονται στο Πατριαρχείο του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας (Αντιλιάς) το Εθνικό Κεντρικό Συμβούλιο (Ազգային Կեդրոնական Վարչութիւն).
Ένα άλλο σημείο που πρέπει να διευκρινίσουμε είναι ότι τα παραπάνω όργανα δεν εκπροσωπούν το σύνολο των Αρμενίων, αλλά αποκλειστικά εκείνους που υπάγονται στην Αγία Αποστολική Εκκλησία της Αρμενίας (ορθοδόξους). Έτσι, όσο και αν η αντιπροσωπευτικότητά τους είναι αδιαμφισβήτητη (άνω του 90% των Αρμενίων), τόσο οι Αρμένιοι ρωμαιοκαθολικοί, όσο και οι ευαγγελικοί παραμένουν εκτός των πλαισίων των ανωτέρω σωμάτων.
Κατ’ επέκταση, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στις επιμέρους κοινότητες, όπου τα τοπικά Κεντρικά (ή Εθνικά) Συμβούλια (Ազգային Վարչութիւն) αντιπροσωπεύουν τους Ορθοδόξους και μόνον Αρμενίους. Το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει, φυσικά, την άμεση συνεργασία κάποιου Κεντρικού Συμβουλίου με τις ανάλογες διοικήσεις ή επιτροπές των καθολικών και των ευαγγελικών, είτε σε επιμέρους θέματα, είτε σε άλλα γενικότερου εθνικού ενδιαφέροντος. Τούτο, όμως, δεν είναι κατοχυρωμένο θεσμικά.
Ως προς την νομική υπόσταση των διαφόρων αρμενικών κοινοτήτων, οφείλουμε να επισημάνουμε, ότι αυτή ποικίλει από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, στο Λίβανο και στο Ιράν η τοπική παροικία αναγνωρίζεται σαν χωριστή πολιτική οντότητα και, ως εκ τούτου, εκλέγει συγκεκριμένο αριθμό βουλευτών στο νομοθετικό σώμα. Ειδικότερα στο Λίβανο συμμετέχει στην εκάστοτε κυβέρνηση της χώρας με έναν ή δύο υπουργούς. Στη Κύπρο θεωρείται μειονότητα και εκλέγει πάντα έναν εκπρόσωπό της στη Βουλή.
Στην Ελλάδα, η Κοινότητα (Μητρόπολη Ορθοδόξων Αρμενίων Ελλάδος) αναγνωρίστηκε πρόσφατα από την Πολιτεία ως Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη και το Κεντρικό της Συμβούλιο. Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι οι Αρμένιοι της Ελλάδος αποτελούν ισότιμους πολίτες της χώρας εδώ και μισό περίπου αιώνα, αφότου απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια στο σύνολό τους. Τούτο αρχικά ίσχυε μόνο για τους Αρμενίους που είχαν εγκατασταθεί στη χώρα μετά τη μικρασιατική καταστροφή και τους απογόνους τους, αλλά σταδιακά επεκτάθηκε και σε όσους κατέφθασαν ως οικονομικοί μετανάστες, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Φυσικά όλοι οι εγγεγραμμένοι στα μητρώα των ενοριών, έχουν δικαίωμα και δυνατότητα συμμετοχής στα όργανα της τοπικής αρμενικής κοινότητας, εάν έχουν συμπληρώσει μία πενταετία νόμιμης παραμονής στη χώρα. Ήδη, συναντούμε αρκετούς ομοεθνείς μας, πρώην οικονομικούς μετανάστες, σε διάφορες ενοριακές επιτροπές, όπου αναπτύσσουν αξιόλογη δραστηριότητα. Είναι βέβαιο, ότι ο αριθμός τους θα αυξάνει με την πάροδο του χρόνου, αφενός λόγω της σταδιακής ένταξής τους στις δομές της κοινότητας και αφετέρου της αριθμητικής τους υπεροχής έναντι των «γηγενών» Ελληνοαρμενίων.
Η όλη δομή της κοινότητας θυμίζει εκείνη μιας δημοκρατικά οργανωμένης πολιτείας σε μικρογραφία.
Κυρίαρχο όργανο αποτελεί η Συνέλευση των Αντιπροσώπων (Երեսփոխանական Ժողով), τα μέλη του οποίου εκλέγονται άμεσα και με μυστική ψηφοφορία από τα εγγεγραμμένα στα μητρώα μέλη για μία εξαετία, όπως θα γίνει τούτη την Κυριακή.
Η Συνέλευση απαρτίζεται από 5 κληρικούς και 35 λαϊκούς αντιπροσώπους, οι οποίοι εκλέγονται αναλογικά, βάσει της αριθμητικής δύναμης κάθε ενορίας (τέσσερις στην Αττική, τρείς στη Μακεδονία και τέσσερις στη Θράκη).
Η Συνέλευση συνέρχεται ανά διετία και ασκεί τα χρέη ενός νομοθετικού σώματος (βουλής), δεδομένου ότι διαθέτει το αποκλειστικό δικαίωμα τροποποίησης του κανονισμού, όπως επίσης της εκλογής Μητροπολίτου (Առաջնորդ), των λαϊκών αντιπροσώπων που θα συμμετέχουν στις γενικές συνελεύσεις του Πατριαρχείου, καθώς και των εκλεκτόρων της κοινότητας στην εκλογή νέου Καθολικού.
Τέλος, η Συνέλευση των Αντιπροσώπων εκλέγει τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου (αποτελούμενο από 9 ή 11 άτομα) για την προσεχή διετία και εγκρίνει τον προϋπολογισμό και τον απολογισμό του. Αξίζει να αναφερθεί πως με βάση τον νέο Κανονισμό της Κοινότητας, τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου μπορούν να επανεκλέγονται επί 3 (τρείς) διαδοχικές περιόδους, ήτοι συνολικά επί 6 (έξι) συναπτά έτη. Μετά από παύση 2 (δύο) ετών μπορούν να εκλεγούν εκ νέου. Το ίδιο ισχύει και για την συμμετοχή σε Ενοριακές Επιτροπές μεγάλων ενοριών.
Με τη σειρά τους, στη διάρκεια της πρώτης συνεδρίασης μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Συνέλευσης των Αντιπροσώπων, τα νεοεκλεγέντα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου ορίζουν το Προεδρείο τους που αποτελείται από Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο, Γενικό Γραμματέα και Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα.
Το Κεντρικό Συμβούλιο αποτελεί το ανώτατο εκτελεστικό σώμα της κοινότητας, οι δε διοικητικές, οργανωτικές, εκπαιδευτικές, νομικές, επικοινωνιακές, φιλανθρωπικές, πολιτιστικές και οικονομικές δραστηριότητες της κοινότητας τελούν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του. Επίσης, βάσει του κανονισμού, ο Μητροπολίτης μαζί με το Κεντρικό Συμβούλιο εκπροσωπούν την κοινότητα σε όλες τις επίσημες περιστάσεις.
Το Κεντρικό Συμβούλιο ορίζει τη σύνθεση:
της Εκπαιδευτικής Επιτροπής (Ուսումնական Խորհուրդ),
της Οικονομικής Επιτροπής (Տնտեսական Խորհուրդ),
της Επιτροπής Ακινήτων (Կալուածոց Խորհուրդ),
της Επιτροπής του Γηροκομείου (Ծերանոցի Խնամակալութիւն),
των Ενοριακών Επιτροπών (Թաղային Խորհուրդ).
Επίσης ορίζει τη σύνθεση οποιασδήποτε άλλης επιτροπής που κρίνεται απαραίτητη για την προώθηση ενός συγκεκριμένου έργου (π.χ. Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής για τη διεξαγωγή κοινοτικών εκλογών, επιτροπών για τη σύνταξη κάποιας μελέτης, τη διοργάνωση μιας εκδήλωσης κλπ.).
Όλες αυτές οι επιτροπές (πλην της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής) λογοδοτούν προς το Κεντρικό Συμβούλιο τόσο κατά τη λήξη της θητείας τους, όσο και ενδιάμεσα όταν καλούνται προς τούτο.
Ιδιαίτερα κρίσιμος είναι ο ρόλος της Οικονομικής Επιτροπής που με τη συνεργασία της Επιτροπής Ακινήτων, καλείται να διαχειριστεί την περιουσία της Μητρόπολης. Η Οικονομική Επιτροπή καλύπτει τις δαπάνες μισθοδοσίας των κληρικών και των λαϊκών υπαλλήλων της Μητρόπολης, του προσωπικού των σχολείων της Κοινότητας που δεν μισθοδοτούνται από το Δημόσιο (πρόσθετων δασκάλων, οδηγών, συνοδηγών, καθαριστριών κλπ.), τα έξοδα δημοσίων σχέσεων, όπως και κάθε άλλη μορφή δαπάνης που κρίνεται αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του μηχανισμού της Κοινότητας.
Η επιτροπή, ενεργεί βάσει προϋπολογισμού που εγκρίνεται από την Συνέλευση των Αντιπροσώπων, στο οποίο παρουσιάζει επίσης και τον ισολογισμό χρήσης για τελική έγκριση. Όπως, σε κάθε εύρυθμο οργανισμό, ο ισολογισμός ελέγχεται από ελεγκτική επιτροπή εκλεγμένη από την προηγούμενη Συνέλευση των Αντιπροσώπων. Αφού αναγνωσθεί η αναφορά της ελεγκτικής επιτροπής και εφόσον διαπιστωθεί πως τα πάντα έχουν καλώς, η Οικονομική Επιτροπή και κατ’ επέκταση το Κεντρικό Συμβούλιο απαλλάσσονται από τις ευθύνες τους.
Αξίζει να αναφερθεί ότι στη διάρκεια της θητείας της, η Οικονομική Επιτροπή προβαίνει σε ελέγχους των οικονομικών όλων των υπαγομένων στο Κεντρικό Συμβούλιο Ενοριακών Επιτροπών, έτσι ώστε να διασφαλιστεί απόλυτα η τάξη και η διαφάνεια.
Ένα άλλο ιδιαίτερα σημαντικό σώμα είναι η Επιτροπή Παιδείας, ευθύνη της οποίας αποτελεί η γενική εποπτεία της προσχολικής, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης των σχολείων της κοινότητας και η διασφάλιση της απρόσκοπτης και ομαλής λειτουργίας τους. Στα πλαίσια αυτά, η Επιτροπή βρίσκεται σε διαρκή επαφή με το Υπουργείο Παιδείας για την εξασφάλιση του διδακτικού προσωπικού που διατίθεται στα κοινοτικά σχολεία του Αρμενικού Κυανού Σταυρού από την Πολιτεία.
Μια από τις βασικότερες υποχρεώσεις της Επιτροπής Παιδείας είναι η επιλογή του καταλληλότερου εκπαιδευτικού προγράμματος για τα αρμενικά μαθήματα και η επιλογή των αντίστοιχων βιβλίων σε συνεργασία με τους διευθυντές. Τέλος, η επιτροπή προβαίνει στην πρόσληψη του αναγκαίου βοηθητικού προσωπικού, φροντίζει τις κτηριακές εγκαταστάσεις, παρακολουθεί την απόδοση και φροντίζει για την συνεχή επιμόρφωση των Αρμενίων δασκάλων, κλπ.
Η Επιτροπή Ακινήτων είναι το αρμόδιο σώμα που διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσία της κοινότητας. Βασική υποχρέωση της επιτροπής είναι η επίβλεψη και η φροντίδα των ακινήτων της Μητρόπολης και των κοινοτικών ιδρυμάτων, καθώς επίσης η εξασφάλιση σταθερών πηγών εσόδων, με την επιμελημένη αξιοποίηση των ακινήτων της κοινότητας.
Μεταξύ των κεντρικών σωμάτων συγκαταλέγεται και η Επιτροπή Γηροκομείου, που χειρίζεται τα θέματα που έχουν σχέση με το Γηροκομείο του Αγίου Ιωάννη Ρέντη και επιμελείται την καλή λειτουργία αυτού.
Αυτό είναι συνοπτικά το φάσμα των εργασιών του Κεντρικού Συμβουλίου και των κεντρικών σωμάτων που υπάγονται σ’ αυτό. Δεδομένου όμως ότι οι αρμενικές κοινότητες είναι διάσπαρτες σε διάφορες πόλεις της χώρας, η ομαλή λειτουργία και η συνοχή τους διασφαλίζεται με τις τοπικές Ενοριακές Επιτροπές που ορίζονται από το Κεντρικό Συμβούλιο.
Οι ενοριακές επιτροπές θα μπορούσαν να παραλληλιστούν με τις αρχές μιας τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς διαθέτουν σημαντικές αρμοδιότητες σε τοπικό επίπεδο. Μάλιστα, με τον νέο νόμο 4301/2014, κάθε ενοριακή επιτροπή που διαθέτει δική της εκκλησία αναγνωρίστηκε με εισήγηση του Κεντρικού Συμβουλίου, σαν «Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο», αποκτώντας έτσι μεγάλο βαθμό αυτονομίας που της παρέχει ο προαναφερόμενος νόμος.
Όπως είναι φυσικό, κάθε ενοριακή επιτροπή φέρει την ευθύνη διαχείρισης του δικού της Θρησκευτικού Νομικού Προσώπου, σύμφωνα με τους όρους του νέου Κανονισμού της Κοινότητας. Έτσι, οφείλει να έχει δικό της ΑΦΜ και να τηρεί τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα βιβλία και στοιχεία. Επίσης υποχρεούται να υποβάλλει στην Οικονομική Επιτροπή κάθε χρόνο τους ισολογισμούς και απολογισμούς της εντός των δύο πρώτων μηνών του επόμενου έτους, καθώς και τους προϋπολογισμούς του επόμενου έτους κατά τον μήνα Νοέμβριο.
Πρέπει να σημειωθεί πως κάθε ενοριακή επιτροπή μαζί με τον εφημέριο εκπροσωπεί την τοπική αρμενική κοινότητα ενώπιον των αρχών, καθώς και κατά την διάρκεια των επίσημων τοπικών εκδηλώσεων.
Κλείνοντας, οφείλουμε να αναφερθούμε σε συντομία σε άλλο ένα αιρετό όργανο της Κοινότητας, που καθοδηγεί την θρησκευτική και πνευματική της ζωή, την Θρησκευτική Σύνοδο.
Επί εκκλησιαστικών θεμάτων η Θρησκευτική Σύνοδος είναι το ανώτατο πνευματικό όργανο της κοινότητας και αποτελείται από 5 (πέντε) ιερείς. Πρόεδρος της Συνόδου είναι ο Μητροπολίτης, σε περίπτωση δε απουσίας αυτού ο αναπληρωτής του. Τα μέλη της εκλέγονται από την Συνέλευση των Αντιπροσώπων και λογοδοτούν σε αυτήν. Η θητεία της είναι διετής, τα δε μέλη της μπορούν να επανεκλέγονται χωρίς περιορισμούς.
Μεταξύ των υποχρεώσεων της Συνόδου είναι να κατευθύνει τις πνευματικές εργασίες της Εκκλησίας και να προωθεί το θρησκευτικό αίσθημα μεταξύ των μελών της κοινότητας. Υποχρέωσή της είναι επίσης να μεριμνά για την τήρηση των κανόνων και της λατρείας της Αρμενικής Εκκλησίας, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για την ενίσχυση του ηθικού βίου των μελών της κοινότητας, καθώς επίσης των εθνικών, οικογενειακών και κοινωνικών αξιών.
Δυστυχώς, ο χώρος δεν μας επιτρέπει να επεκταθούμε περισσότερο στις υποχρεώσεις και τις ποικίλες δραστηριότητες είτε του Κεντρικού Συμβουλίου, είτε των διαφόρων επιτροπών (κεντρικών ή ενοριακών) που αναπτύσσονται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, όπως η οργάνωση ή η συμμετοχή σε εκδηλώσεις, διακοινοτικά συνέδρια, διεθνή φόρα, κλπ., εντός και εκτός Ελλάδος. Βοηθά, όμως, στον σχηματισμό μιας πληρέστερης εικόνας του τεράστιου έργου που επιτελείται και για το οποίο ενημερώνεται τακτικά το κοινό, μέσα από τις δημοσιεύσεις στο Αζάτ Ορ, τα Αρμενικά και το διαδίκτυο.
Αρά Μαγκογιάν