Print
Category: Յօդուածագրութիւն

O Νέος Κόσμος των Προσφύγων

Η περιοχή του Νέου Κόσμου είναι ταυτισμένη στη σύγχρονη ιστορία της πόλης με την εγκατάσταση σε αυτή των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Πριν την έλευση των προσφύγων, η περιοχή ήταν απομακρυσμένη από την πόλη και είχε ελάχιστους κατοίκους.

Οι πρώτοι πρόσφυγες φτάνουν στην περιοχή ήδη από το 1921, ενώ μετά την κατάρρευση του μετώπου το προσφυγικό κύμα γιγαντώνεται. Στο Νέο Κόσμο ή στου Δουργούτι, όπως ήταν τότε γνωστή η περιοχή, θα εγκατασταθούν χιλιάδες οικογένειες ελληνορθόδοξων, αλλά κυρίως Αρμενίων προσφύγων. Λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η χώρα, η κατασκευή μόνιμων κατοικιών καθυστερεί σημαντικά με αποτέλεσμα χιλιάδες οικογένειες να διαμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό άθλιες συνθήκες σε συγκροτήματα παραπηγμάτων. Ακόμα και δημόσια κτίρια της συνοικίας όπως η κεντρική αγορά, οι εκκλησίες αλλά και τα σχολεία θα στεγαστούν και αυτά σε παράγκες. Φυσικά, υπήρχαν και αρκετά καφενεία, αλλά και ένας κινηματογράφος, που συχνά έφερνε τούρκικα έργα. Ένα πρόχειρο νοσοκομείο της Near East Relief με Αρμενίους γιατρούς παρείχε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ στην καταπολέμηση του τραχώματος, που αποτελούσε μάστιγα της εποχής, θα συμβάλει το Ίδρυμα «Χάουαρντ Καραγκιοζιάν». Την εξάπλωση των ασθενειών απέτρεπαν εν μέρει το τακτικό ασβέστωμα των καταλυμάτων, ο σχολαστικός καθαρισμός των ιδιωτικών και δημόσιων χώρων από τους ίδιους τους πρόσφυγες καθώς και η κατασκευή, χαντακιών για τα λύματα. Οι πρόσφυγες με την εγκατάστασή τους θα έρθουν αντιμέτωποι με την καχυποψία και την εχθρική συμπεριφορά των ντόπιων. Στους πρόσφυγες θα αποδοθούν προσ- βλητικά επίθετα όπως«τουρκόσποροι», «γιαουτοβαπτισμένοι» και «σκατοουγλούδες», ενώ ο φιλομοναρχικός τύπος της εποχής θα βρίθει δημοσιευμάτων με έντονο αντιπροσφυγικό μένος.

 

Τα «Ιταλικά» και οι προσφυγικές πολυκατοικίες

Οι πρώτες προσπάθειες αποκατάστασης των προσφύγων στο Δουργούτι θα γίνουν το 1924 με την κατασκευή των «Ιταλικών». Τα «Ιταλικά»: 24 μονώροφα σπίτια σε έξι σειρές στις παρυφές του συνοικισμού που στεγάζουν συνολικά 100 οικογένειες Αρμενίων, καθολικού θρησκεύματος ως επί το πλείστον. Ονομάστηκαν «Ιταλικά» γιατί χτίστηκαν με λεφτά που κατέβαλε ως αποζημίωση η Ιταλία, την δε ευθύνη ανέγερσής τους ανέλαβε το Τάγμα των Ιπποτών της Μάλτας. Οι πρώτες προσφυγικές πολυκατοικίες κατασκευάστηκαν μεταξύ των ετών 1934 και 1936. Οι αρχιτέκτονες Δημήτρης Κυριακός και Κίμων Λάσκαρης, θα κατασκευάσουν από δύο πολυκατοικίες ο καθένας, ακολουθώντας τις αρχές του κινήματος του Bauhaus. Οι πολυκατοικίες αυτές αργότερα συμπληρώθηκαν με άλλες τρεις μεγαλύτερες σε σχήμα Π και Γ, οι οποίες έχουν την υπογραφή του Άγγελου Σιάγα. 

Το συγκρότημα των εφτά αυτών πολυκατοικιών διασώζεται στο σύνολό του, ενώ σήμερα συνεχίζει να στεγάζει μετανάστες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή τη δεκαετία του ΄80, ερχόμενοι τόσο από τα Βαλκάνια, όσο και από αραβικές χώρες, μαζί με τους απογόνους των προσφύγων του Μεσοπολέμου. Όπως και οι μικρασιάτες πρόσφυγες, έτσι και οι τωρινοί κάτοικοι των προσφυγικών θα βιώσουν τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Με την αφορμή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 οι προσόψεις των πολυκατοικιών αποκαταστάθηκαν, ενώ παράλληλα κατασκευάστηκε και ένας μεταλλικός φράχτης καλυμμένος με αναρριχητικά φυτά. Οι προσφυγικές πολυκατοικίες του Μεσοπολέμου εντοπίζονται μεταξύ των οδών Βολταίρου, Συγγρού, Αυτοκράτορος Νικολάου και Ντουρμ.

Μία πόλη μαγική

Η προσφυγικός συνοικισμός του Νέου Κόσμου έχει μάλιστα απαθανατιστεί κινηματογραφικά, αποτελώντας το σκηνικό της «Μαγικής Πόλης», της πρώτης ταινίας του Νίκου Κούνδουρου. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ο Κοσμάς, τον οποίο υποδύεται ο Γιώργος Φούντας, είναι ένας νέος μεγαλωμένος στη συνοικία, ο οποίος ταυτόχρονα προσπαθεί να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον της. Η ιστορία του Κοσμά γίνεται αφορμή για την αντιπαραβολή των δύο προσώπων της Αθήνας, του μοντέρνου και αστικού κέντρου της πόλης με τις φτωχογειτονιές που βρίσκονταν στις παρυφές της. Στην παραγκούπολη του Δουργουτίου γυρίστηκε και η μικρού μήκους ταινία του Κώστα Φέρρη «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν». Λιγότερο τυχερό στάθηκε το μικρό ντοκιμαντέρ του Πάνου Παπακυριακόπουλου που γυρίστηκε στο Δουργούτι το 1961, αφού η προβολή του απαγορεύτηκε επειδή «δυσφημούσε τη χώρα από πλευράς τουριστικής» και πρόβαλε «πολύ έντονη τη φτώχια ορισμένων συνοικιών της Αθήνας». Στη συνοικία μεγάλωσε και ο Τάσος Αλεβίζος, ο γνωστός χαράκτης Τάσσος. Εσωτερικός μετανάστης και ο ίδιος, πέρασε την εφηβική και νεανική του ηλικία μαζί με τους πρόσφυγες της γειτονιάς, γεμίζοντας το μυαλό του με εικόνες που -όπως εξομολογείται ο ίδιος- δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Ο προσφυγόκοσμος της γειτονιάς αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και για μια σειρά χαρακτικών του Τάσσου, με τίτλο οι «Αρχόντισσες». Εικόνες από μια «Μαγική Πόλη» μεταφέρουν και οι σελίδες από τον «Κολοσσό του Αμαρουσίου» του Henry Miller, που αναφέρονται στη γειτονιά του Δουργουτίου.

 

Το Μπλόκο του Δουργουτίου 

Την τελευταία περίοδο της Ναζιστικής Κατοχής στην Αθήνα, οι δυνάμεις κατοχής προχώρησαν στα λεγόμενα «μπλόκα». Τα μπλόκα ήταν εξαιρετικά αιματηρές επιχειρήσεις τρομοκράτησης του αθηναϊκού λαού και εφαρμόστηκαν κυρίως σε λαϊκές και προσφυγικές γειτονιές με έντονο αντιστασιακό φρόνημα. Έτσι, το καλοκαίρι του 1944, έγιναν μπλόκα στην Κοκκινιά, στη Νίκαια, στην Καλλιθέα και στο Δουργούτι. Στις 9 Αυγούστου του 1944 στρατιώτες των δυνάμεων κατοχής σε κοινή δράση με Έλληνες των Ταγμάτων Ασφαλείας, κύκλωσαν το Δουργούτι. Από τους 1.200 συλληφθέντες επί τόπου εκτελέστηκαν περίπου οι 120, ενώ οι υπόλοιποι οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Από αυτούς, περίπου 600 άτομα στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, και πολλοί δεν επέστρεψαν ποτέ.

Μετά τις συλλήψεις οι Ναζί και οι συνεργάτες τους παρέδωσαν την αρμενική συνοικία στην πυρά.

 

«Θάνατος στην παράγκα!»

Κατά την δεκαετία του 1960, στα πλαίσια της αστικής αναβάθμισης της συνοικίας, γκρεμίζονται τόσο τα «Ιταλικά» όσο και τα τελευταία παραπήγματα που είχαν απομείνει ενώ παράλληλα η περιοχή ρυμοτομείται. Το γκρέμισμα των παραπηγμάτων ξεκίνησε ο Γεώργιος Παπανδρέου, με το σύνθημα που άφησε τότε εποχή, «Θάνατος στην παράγκα!».

Η στέγαση ολοκληρώνεται επί χούντας, σε μια από της προσπάθειες του καθεστώτος να αποκτήσει λαϊκά ερείσματα. Όμως, το στεγαστικό πρόγραμμα της χούντας διασκορπίζει τους περισσότερους Αρμένιους της γειτονιάς σε ολόκληρη σχεδόν την Αθήνα, φιλοδοξώντας ίσως σκόπιμα να διασπάσει το ως τότε σχεδόν αρραγές αρμένικο και αριστερών φρονημάτων μέτωπο της γειτονιάς. Έτσι, πολλοί Αρμένιοι βρίσκουν στέγη στον Άγιο Σώστη, στη Νέα Σμύρνη, στον Καρέα και τον Πειραιά.

Ο αρμενικός χαρακτήρας της συνοικίας είχε αρχίσει να εξασθενεί με την μετανάστευση κατά τη δεκαετία του 1930 αλλά και μεταπολεμικά Αρμενίων προσφύγων προς την τότε Σοβιετική Δημοκρατία της Αρμενίας. Σήμερα, ο αριθμός των Αρμενίων στην Ελλάδα εκτιμάται περίπου σε 18-20.000 άτομα, που κατοικούν κυρίως στην Αθήνα, με μικρές κοινότητες σε άλλες πόλεις. Δείγματα των προσφυγικών πολυκατοικιών του στεγαστικού προγράμματος της δεκαετίας του ‘60 μπορούμε να δούμε ανάμεσα στις οδούς Κασομούλη, Σφιγγός, Θυμοχάρους και Λαγουμιτζή.

Η Αρμενική κοινότητα  

Η Αρμενική κοινότητα γρήγορα ανέπτυξε πολύπλευρες δραστηριότητες, σταδιακά ιδρύθηκαν 6-7 αθλητικές ομάδες, ομάδα προσκόπων, πολιτιστικοί σύλλογοι και αρμενικές εφημερίδες. Κέντρο της κοινοτικής ζωής ήταν οι εκκλησίες της κοινότητας, η αρμενική αποστολική, η αρμενοκαθολική και η ευαγγελική. 

Η αρμένικη καθολική εκκλησία βρίσκεται στον αριθμό 2 της οδού Ρενέ Πυώ, είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γρηγόριο το Φωτιστή και ιδρύθηκε το 1927, από τον καπουστίνο μοναχό Κύριλλο Ζογραβιάν από το Ερζερούμ. Δίπλα στην εκκλησία λειτουργούσε από το 1930 σχολείο όπου τα μαθήματα γινόντουσαν στην Αρμένικη με παράλληλη διδασκαλία των ελληνικής γλώσσας.

Το σχολείο λειτούργησε στο ίδιο σημείο μέχρι το 1962, καθώς το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους εγκαινιάστηκε το νέο σχολείο της κοινότητας, η σχολή «Λεβόν και Σοφία Αγκοπιάν». Η τετραώροφη πολυκατοικία που βρίσκεται απέναντι από την εκκλησία, επί της οδού Λόϋδ Τζώρτζ, χτίστηκε το 1958 με δαπάνη της αρμενικής καθολικής εκκλησίας με σκοπό να στεγάσει οικογένειες αρμενίων προσφύγων. Η πρώτη αρμενική ορθόδοξη εκκλησία της συνοικίας χρονολογείται από το 1922. Η στέγασή της γίνονταν αρχικά σε παράγκα η οποία αργότερα στέγασε συνεργείο αυτοκινήτων, και μετέπειτα κατεδαφίσθηκε. Το σημερινό κτήριο επί της οδού Πραξαγόρου χτίστηκε το 1983.

 

Γιατί το λέμε έτσι;

Το όνομα της γειτονιάς προέρχεται είτε από έναν παλιό οθωμανό κτηματία, τον Δουργούτ Αγά, του οποίου τα κτήματα βρισκόντουσαν εδώ, είτε από κάποιον κτηματία Δουργούτη των νεότερων χρόνων. Η σωστή ονομασία της γειτονιάς, αφού το όνομά της προέρχεται από όνομα ανθρώπου, είναι στου Δουργούτη, κάτι που με την πάροδο του χρόνου ξεχάστηκε, για να φτάσουμε στο σημερινό «Το Δουργούτι». Το 1908, ο Δήμος Αθηναίων χώρισε την Αθήνα σε συνοικίες με αρχαιοπρεπή ονόματα, στα πλαίσια του νεοκλασικισμού, με σκοπό να εξαλείψει τις λαϊκές ονομασίες που φαινόντουσαν κακόηχες. Έτσι, το Δουργούτι πήρε το όνομα «Αλωπεκή», από τον αρχαίο Αττικό δήμο που βρισκόταν στο ίδιο σημείο, επιφανέστερος δημότης του οποίου ήταν ο φιλόσοφος Σωκράτης. Φυσικά, η μεγάλη παρουσία των Αρμενίων είχε επίδραση και στα τοπωνύμια της περιοχής. Η περιοχή του συνοικισμού ήταν γνωστή ως «Αρμένικα» ή «Χαϊνότς» για τους ίδιους τους Αρμένιους. Στην πάροδο του χρόνου, πολλές μετονομασίες, που έμειναν κυρίως στα χαρτιά, είχαν ενδόμυχο σκοπό να αποκρύψουν τον προσφυγικό χαρακτήρα και την εθνική καταγωγή των οικιστών, όπως «Ναυαρίνο», «Μεταμόρφωση του Σωτήρος», «Συνοικισμός Αγίου Ιωάννου» και «Νέος Ελληνικός Συνοικισμός».

Γιώργος Θάνος & Νικόλας Νικολαϊδης. Ομάδα Άστυ

 

* * * * * *

«Σκοτώσαμε την ώρα μας τριγυρνώντας μέσα στη γειτονιά, απορώντας όχι τόσο για τη βρωμιά, όσο για τη συγκινητική προσπάθεια των ανθρώπων να στολίσουν τα άθλια καλύβια τους.

Μόλο που ήταν φτιαγμένα από σκουπιδαριό, έβρισκες εδώ πιότερη χάρη και χαρακτήρα παρά σε μια καινούρια πόλη. Σου έφερνε στο νου βιβλία, εικόνες, όνειρα, θρύλους, σου θύμισε ονόματα σαν του Λιούς Κάρολ, Ιερώνυμου Μπος, Μπρέγκελ, Μαξ Ερνστ, Χανς Ράιχελ, Σαλβαντόρ Νταλί, Γκόγια, Τζιόττο, Πάουλ Κλεε, για να αναφέρω μερικούς μόνο.

Μέσα από τη φοβερή φτώχεια και τον πόνο έβγαινε μια φλόγα που ήταν ιερή, σου έδινε αμέσως ένα αίσθημα σεβασμού. Δε σου ερχόταν καθόλου να γελάσεις σαν έβρισκες μια μισογερμένη παράγκα να έχει ένα λιακωτό φτιαγμένο από τενεκέδες.»

«Κολοσσός του Αμαρουσίου» του Henry Miller